Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

Η Γνωριμία

Θόδωρος Αγγελόπουλος 
Αθήνα, 27 Απριλίου 1935 - 24 Ιανουρίου 2012

Εγώ τον Αγγελόπουλο πριν τα 20 τον ήξερα μόνο όπως τον ξέρουν οι περισσότεροι στην ηλικία μου.
Σαν εκείνον τον κυριούλη που κάνει μουντές, βαρετές ταινίες με ομίχλη και κάτι πλάνα που κρατάνε δύο ώρες.
Δεν ήξερα ούτε γιατί το όνομά του ακουγόταν συνέχεια.
Απλώς το άκουγα.
Και το αναπαρήγαγα όπως το άκουγα. Βαρετά.

Μέχρι που έφτασα δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο και συνάντησα τη Στάθη.
Το μάθημα, Θεωρία της Κινούμενης Εικόνας Ι.
Η αίθουσα απαίσια και η ώρα πρωινή.
Δεν πήγαινα στα περισσότερα παρ' όλο που ήταν η μόνη καθηγήτρια που με κάλυπτε σε πληροφορία.
Απ' όλα αυτά λοιπόν τα λίγα μαθήματα που παρακολούθησα και ένιωθα να με αλλάζουν λίγο, να επιδρούνε πάνω μου, φορά με τη φορά, σ' ένα θυμάμαι πώς ένιωθα απ' την αρχή μέχρι το τέλος του, δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο, ανάσα με την ανάσα.
Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ο Θίασος.



Εννιά και τέταρτο, χωρίς καφέ, στο τρίτο διάζωμα απ' τα όλα κι όλα δέκα-δεκαπέντε, σβηστά τα φώτα, οι κουρτίνες τραβηγμένες.
Να 'μαστε κι εμείς δέκα με δεκαπέντε άτομα, οι τρεις ή τέσσερις που έχουμε λατρεία για τη Στάθη κι όλοι οι υπόλοιποι φυτά ή χαϊβάνια, τουλάχιστον ήταν πρωί και δε χαλούσανε το μάθημα με σχόλια.

Στο μαύρο της κουστούμι η Ειρήνη Στάθη, η πιο λεπτή από κλωνάρι, με κατάμαυρα μαλλιά να σου εξηγεί στο μισοσκόταδο και με φωνή στακάτη τον βίο του Αγγελόπουλου και την αποκατάσταση της Αναπαράστασης και τη δουλειά που ρίξανε όλοι μαζί κι εσύ νομίζεις ότι εννοεί κι εσένα και συνειρμικά το δέρμα σου αντιδράει στις λέξεις.

Μπομπίνα, οξύ, σκουριά, υγρά.

Τα μάτια σου έχουν γεμίσει με τα χρώματα της αυθεντικής κόπιας που δε θα δεις ποτέ σου κι ακούς το κρίτσι κρίτς της μηχανής.

«Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι, χωρίς αμφιβολία, ο Έλληνας σκηνοθέτης με τη μεγαλύτερη διεθνή αποδοχή κι ένας από τους πιο συζητημένους εγχώριους δημιουργούς, τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το έργο του αποτελεί αντικείμενο μελετών, μονογραφιών, συγγραμμάτων, διατριβών, αφιερωμάτων. Πολλά βιβλία έχουν γραφεί σ' όλο τον κόσμο, από την Αμερική και την Κίνα ως την Ιαπωνία και, φυσικά, την Ευρώπη. Οι ταινίες του προβάλλονται παντού και προκαλούν την παγκόσμια προσοχή»
«Τι ξέρετε εσείς για τον Εμφύλιο;»
«Πότε άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος;»
«Μα καλά, εσάς ιστορία δε σας μαθαίνουν;»
«Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1946 με 1949 - ανάμεσα σε ποιους;»
«Μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, δηλαδή των κομμουνιστών και του Ελληνικού Στρατού που ελέγχετο από την κυβέρνηση των Αθηνών, ρε παιδιά!»
«Τελείωσε το '49 με ήττα των πρώτων και θεωρείται η πρώτη πράξη ψυχρού πολέμου στη μεταπολεμική ιστορία»
Δέχεσαι τον καταιγισμό ιστορικών πληροφοριών με ευλάβεια κι ανακούφιση που πηγάζει απ' το γεγονός ότι βρέθηκε κάποιος να στα πει και δε θα πεθάνεις αδιάφορος και μαθαίνεις ότι οι περισσότερες εκ των ομολογουμένως λίγων ταινιών είναι, λέει, μονόπλευρες και απεικονίζουν τους αντάρτες ως βιαστές, ληστές, προδότες, κοινώς εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα.
Να κάτι που ήξερες!
Μαθαίνεις ότι παρ' όλα αυτά υπάρχουν κάποιες ταινίες που προσεγγίζουν την περίοδο διαφορετικά κι ότι η κατ΄εξοχήν τέτοιου είδους ταινία, είναι ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου - εκεί τα χαϊβάνια που είχαν ζαρώσει στα σκοτάδια, χαχανίζουν και σε βγάζουν λίγο από το κλίμα, μα η Στάθη σε ξαναβάζει με το ζόρι κι ας σκέφτεσαι «πώς τολμάνε;» χωρίς να 'χεις ιδέα απ' το πραγματικό μεγαλείο του δημιουργού, ακόμα.
Κι εκεί είναι που ξεκινάει ένα ντελίριο με λόγια, εικόνες, μουσική, σαν εκείνα που βλέπεις σε ταινίες με σχολεία και πανεπιστήμια και ζηλεύεις που γεννήθηκες στην Ελλάδα και δεν είσαι, έστω και λίγο αμερικανάκι κι ευσυγκίνητο.
Μαθαίνεις ν' ακούς τα λόγια πίσω από τα λόγια, τα λόγια πίσω απ' τις εικόνες, τις εικόνες πίσω από τη μουσική.
Ανακαλύπτεις ότι τα πιο επιτυχημένα μονοπλάνα του ελληνικού κινηματογράφου είναι όλα μέσα σ΄εκείνη την ταινία και καταλαβαίνεις τι πάει να πει σημειολογία τόσο καλά που νομίζεις ότι θα γνωρίζεις τα πάντα για πάντα.
Μπαίνεις σε σκηνές όπως αυτή της ταβέρνας-καφενείου στην αρχή, αναρωτιέσαι από πότε επιτέλους παίζει σε ταινίες ο γνωστός παππούς, ακολουθείς το "μπάσταρδό" της κι εκείνη έξω από την πόρτα με το βλέμμα-κάμερα, ανατριχιάζεις χωρίς να ξέρεις το γιατί με τον ύμνο της μεταξικής δικτατορίας, τον βηματισμό και τα παραγγέλματα, το "θα ξανάρθεις" σου φανερώνει το κρυφό του νόημα και τα μάτια σου δακρύζουνε στη θέα ενός άντρα που έχει ανέβει στην καρέκλα του και τραγουδάει με στόμφο το ίδιο με πριν εμβατήριο, κουνώντας σα μαέστρος το χέρι του στον ρυθμό, ασφαλής, αφελής, επικίνδυνος και βαρβάτος στο μπλε του κοστούμι.
Ή αργότερα σε συνεπαίρνει το φοξ τροτ μέσα στην «επαρχιακή» (πώς να ξέρεις άλλωστε;) μπουάτ και δυσανασχετείς με τους μαλάκες με τα καβουράκια που σπάνε τ' αρχίδια των παιδιών και βλέπεις με απορία τον γλοιώδη μαγαζάτορα να παίρνει τη θέση που του επιβάλει η εξουσία, με το μυαλό σου να λέει «τι να κάνει κι αυτός ο έρμος;» και τ' αυτιά σου να μην το δέχονται και να στέλνουνε τον κόμπο στον λαιμό σου.
«Σαν μου λεν να φύγω από κοντά σου/ πιο καλά ο ήλιος να σβηστεί/ σ' έχω τόσο συνηθίσει, σ΄αγαπώ τόσο πολύ/ ασ' τον κόσμο κι έλα δωσ' μου ένα φιλί»
«Των Άγγλων τα κανόνια κι η νέα διαταγή/ έκαναν τους αντάρτες να τρέχουν σα λαγοί/ την κόκκινη αρκούδα να πάρει τα βουνά/ ω, γενναίε βασιλιά»
«Δεν μας τρομάζουν/ των άγγλων τα κανόνια/ ούτε του Σκόμπι/ η νέα διαταγή/ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή/ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή»

«Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά/ Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά»

«Γιουπι για-για-, γιούπι-γιούπι για/ δεν τον θέλουμε τον βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία/ λαϊκή κυριαρχία/ γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για»

«Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για/ των Ταγμάτων Ασφαλείας τα παιδιά/ με τους άγγλους χέρι-χέρι/ και με τα παιδιά της «Χ»/ ως τη Μόσχα θε να κάνουν κατοχή»

Κι ανεβαίνει η κοπελίτσα στη σκηνή κι εσένα ο κόμπος στον λαιμό σου παλεύει να μη γίνει δάκρυα και γίνεις ρόμπα στον Χάρη και προπαντός στη Στάθη, το 'χες από πάντα αυτό το κόμπλεξ με το ρεζιλίκι, και το πόδι σου κουνιέται στο ρυθμό κι η κοπελίτσα τραγουδάει:

«Το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι έβγαλε φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/ πάει στο Κολωνάκι/ για να βρει αγοράκι/ το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/ με την αγγλική πολιτική»

και χορεύουν τα παιδιά, χειροκροτάνε ζωηρά και συνεχίζει το τραγούδι και λες νικήσαμε και κλαις κρυφά ώσπου βγαίνει το πιστόλι και κινάν να φύγουν τα παιδιά κι ύστερα νιώθεις θυμό μα ύστερα σου φεύγει και λίγο τρομάζεις όταν βλέπεις να χορεύουνε βαλσάκι τα κοράκια και ρουφάς τη μύτη σου κι η Στάθη σταματάει την ταινία και κάνεις ένα διάλειμμα απ' την έκσταση, να πάρεις μια ανάσα, να μάθεις κάτι που εύκολα θα το σκεφτόσουν μόνος σου, ότι ο Αγγελόπουλος χρησιμοποιεί τη μπρεχτική μέθοδο,  τοποθετεί δηλαδή τον θεατή μπροστά ακριβώς από τα γεγονότα, ένα ταμπλώ βιβάν, να πούμε, ένα κουτί μπροστά σου να διαλέξεις με ποιον είσαι, ποιος είσαι, χωρίς γωνίες και κρυφές ματιές, θέαμα κάδρο, καθαρό, δεν είσαι ηδονοβλεψίας, για να τα δεις γίνονται όλα.

Κι ύστερα η σκηνή με τη γυναίκα με το κόκκινο παλτό που σου μιλάει και την ξέρεις από πάντα, είναι η γιαγιά σου στο πιο όμορφο κι ύστερα η σκηνή με τον άντρα που 'ρχεται και κάθεται κοντά σου σ' ένα τρένο γεμάτο ίδιους ανθρώπους κι ανάβει τσιγάρο και σου εξηγεί καλύτερα απ' τα βιβλία κι ύστερα η Απελευθέρωση με τ' άλφα κεφαλαίο κι ύστερα η Γκόλφω που 'ναι αστεία και τραγική συνάμα κι εσύ ανατριχιάζεις με τη λεπτομέρεια κι οξυγονώνεται ο εγκεφαλός σου και τα πόδια σου δε σταματάνε να κουνιούνται σε φοξ τροτ κάτω απ' το έδρανο κι αναρωτιέσαι αν κανείς από 'κει μέσα έχει πάθει το ίδιο, μπα, δε νομίζεις, ίσως ένας, κι όσο τα σκέφτεσαι αυτά η Στάθη κλείνει τον προτζέκτορα κι έχουν τελειώσει οι τρεις ώρες κι εσύ πανικοβάλεσαι, και τώρα τι θα γίνει, θα συνεχίσεις την κουτή ζωή σου;

Αναρωτιέσαι.