Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

άκου, να σας πω μιαν ιστορία

προχθές το βράδυ μετά από κούραση πολλή
και ίσως ένα παγωτό
πήρα τη μέγιστη απόφαση να σηκωθώ,
να διασχίσω τον σκοτεινό μου διάδρομο, 
τον μακριό
να πάω να κοιμηθώ

καθώς ξεκίνησα, βαριεστημένα κι άβουλα, ομολογουμένως
να περπατώ
στον σκοτεινό μου διάδρομο
τον μακριό
μες στο σκοτάδι 
και το ρημαδιό
- γιατί αμέλησα τις τελευταίες μέρες να συμμαζευτώ -
όλο και σκόνταφτα
εκεί κι εδώ
και καθυστέραγα 
να σηκωθώ
με αποτέλεσμα 
να νοσταλγώ
ένα φωτάκι
τόσο δα 
μικρό
απ' το καλό μου πορτατίφ
φίλο πιστό
που βοηθά συχνά 
ανιδιοτελώς
όταν διψώ 
μέσα στη νύχτα 
και δε βρίσκω το νερό
μου δείχνει πού είναι 
το αντικουνουπικό 
και άλλα διάφορα
σημαντικά
που κάνουν τα σκοτάδια λίγο πιο υποφερτά

καθώς λοιπόν σερνόμουν και σκεφτόμουν όλα αυτά
με παίρνει ο ύπνος 
στον διάδρομο
στα σκοτεινά!
σ' ορθή γωνία καθισμένη
και από κάτω
πλακάκια μάρμαρα 
- ούτε λόγος για χαλιά! -
και ονειρεύομαι: 

αδέσποτα σκυλιά
ένα σπιτάκι 
- μάλλον κοντά σε λιμανάκι -
μία μανταρινιά
αέρας της κουνάει τα κλαδιά
ρίχνει τα φύλλα της 
κατάχαμα
ένα παράθυρο δεν έκλεισε καλά
και κάνει θόρυβο
στα σκοτεινά
μι' άσπρη καρέκλα πλαστική
στα μπρούμητα, να προσκυνά
να φωσφορίζει μαγικά
λίγο να φέγγει από μακριά
καφές που γίνεται αργά
μυρίζει
φαίνεται από το παράθυρο
μες στο σπιτάκι μια σκιά που τριγυρίζει
ήταν το πορτατίφ μου που καπνίζει
βγαίνει στο κεφαλόσκαλο 
και μουρμουρίζει
κρατά μια κούπα στο καλώδιο-χέρι του
και τη γεμίζει 
με αποφάγια
κι όλο να μουρμουρίζει
ο ήλιος ν' ανεβαίνει
το πορτατίφ μοιρολογίζει
με τ' άλλο χέρι του με χαιρετίζει
χτυπά την κούπα στο πλακάκι
σα να φωνάζει ένα σκυλάκι
«ήχος-που-κάνουμε-με-τα-χείλη-επί-δύο-σαν-φιλάκι»
κι απ' το στενάκι
έρχεται μπουσουλώντας κι έρποντας
ένα ανθρωπάκι!
το πορτατίφ μου μπαίνει στο σπιτάκι
ο άνθρωπος σηκώνει το κεφάλι
και μυρίζει το αεράκι
πλησιάζει το κουπάκι
μπαίνει μπροστά, δε βλέπω
μα μάλλον τρώει το φαγάκι

άξαφνα πνίγομαι
καίγομαι
αναστενάζω
ρουφάω τις μύξες μου
τρομάζει 
παρατάει το φαγάκι
το πορτατίφ μου με κατακόκκινα τα μάτια με κοιτά απ' το παραθυράκι
μπορεί να θύμωσε που έδιωξα το ανθρωπάκι;

κι εγώ ξυπνάω 
να μη με πιάσει
με τα καλώδια-χέρια του
και με κρεμάσει
κι εγώ ξυπνάω
και προφανώς έχω διψάσει