Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ JOHN EDWARDS



Είμαι γέρος. Είμαι μόνος. Είμαι άσχημος.
Είμαι πότης. Είμαι πούστης. Είμαι ένας ζωγράφος.
Francis Bacon (1909-1992)


I.      ΠΡΟΦΙΛ, ΑΡΙΣΤΕΡΟ

Σ’ έχω εκεί, απέναντί μου, χωμένα τα τρία μέλη σου στον χώρο. Είμαι γέρος πια κι όχι γερός. Ποτέ δεν ήμουνα. Έχω και πρόσωπο, κάποιοι με παίρνουνε στα σοβαρά.
Όπως σε βλέπω καρφωμένο, θυμίζεις αναπόφευκτα αψεγάδιαστο σφάγιο πάνω στον γάντζο κι απ’ το γαλάζιο φόντο σου μ’ ελπίδα περιμένω κάποιον νεαρό μα γυμνασμένο απ’ τη δουλειά και τρισχαριστωμένο, γλυκερό χασάπη, για να σε ξεκρεμάσει και να ρωτήσει με χωριάτικη, έμφυτη ευγένεια «Για σούπα ή για ψητό;».
Όταν δε ζωγραφίζω πίνω. Κρασί σε παμπ, κρασί σε ρεστοράν, κρασί και μόνος μου στο δρόμο, αν και απαγορεύεται -σου λέω- πια. Αλλά εσύ δεν ξέρεις.
Ζωγράφισα προχθές και κάτι ακόμα αντί ν’ ασχοληθώ με ‘σένα και τα μέλη σου, δεν ήθελα, φοβήθηκα, ήτανε βράδυ και είχα ήδη κάνει εμετό απ’ το ποτό, δεν ήταν ώρα, έκατσα κι έφτιαξα λοιπόν μ’ ωραία χρώματα, σαν τη φωτιά, ένα σκυλί, μ’ έξω τη γλώσσα και δόντια ολόασπρα, φανταχτερά. Πόσο εύχομαι να ‘χα πετύχει έτσι, ολόιδια και το δικό σου στόμα. Μ’ αρέσουνε τα στόματα, είν’ όμορφα. Έχουνε χρώματα ζωηρά ανάμεσα στα χείλη και τα δόντια, τα ούλα μόνο έχουνε χίλιες αποχρώσεις, μα τα δικά μου στόματα –αυτά που ζωγραφίζω, ανίδεε, εγώ έχω μόνο ένα- πάντα τα κάνω μαύρα, ξέρεις το γιατί; Γιατί ποτέ δεν πέτυχα σωστά, όπως το θέλω, ούτε ένα.

II.   ΑΝΦΑΣ

Σκέφτομαι πως καμιά φορά, αν μου μιλούσες, σίγουρα θα ρωτούσες με αναίδεια αν πράγματι νομίζω ότι μοιάζουνε αυτά τα εκτρώματα που φτιάχνω με ανθρώπους κι όταν θα σου ‘λεγα πως ναι, αυτό ακριβώς νομίζω, θα γέλαγες ειρωνικά, θα μου ‘δειχνες τον κώλο σου χτυπώντας τον σαν μια μαϊμού και θα ‘λεγες πιο φωναχτά κι αναίσχυντα «Να! Να τα διαβολικά σου ανδρείκελα θαρρώ πώς μοιάζουνε!».
Τότε κι εγώ θα έκανα πως θύμωνα και θα πετούσα σκούρες κόκκινες σταλαγματιές από μπογιά σαν αίμα, πάνω στο λάθος μέρος του καμβά, εκεί που μια τυχαία ανακάλυψη λόγω της φτώχειας με οδήγησε να γρατζουνάω πάντα τα πινέλα μου, τάχαμου ζόρικα και πονεμένα, μα μέσα μου σαν τρελός τράγος θα διασκέδαζα, γιατί μ’ αυτά σου τα καμώματα τα χρώματά μου θ’ αποκτήσουν μία πρόστυχη, σατυρική και ζωηρή χαρά.
Φτωχός αυτός που έπειτα θα δει τον πίνακα, θ’ αναρωτιέται με κρυφή την σιγουριά, τι τρομερό οραματίστηκα και σε τι δίνες έπεσα με το μυαλό μου για να τον δημιουργήσω!
Δεν είναι απλά φανταστικό αυτό το ευτυχές ατύχημα;

III. ΠΡΟΦΙΛ, ΔΕΞΙΟ

Καμιά φορά όταν δεν έχω πια κανέναν γύρω μου και θέλω πώς και τι να ζωγραφίσω, με αηδία αντικρίζω την εσχάτη όλων των λύσεων. Με σιχαμάρα έκδηλη, απέναντί μου, κοιτάζω πίσω απ’ τα χαλάσματα, ξερές μπογιές, πανιά κι άδεια μπουκάλια, τ’ οργανωμένο χάος μου, βασίλειο απ’ τα λίγα και ξεχωρίζω στο ημίφως με τα μάτια μου μισόκλειστα ένα οβάλ, σκούρο βελούδο μπλε, σαν φάντασμα, με τρία πόδια να στηρίζεται και να κοιτάει πίσω.
Μ’ ανατριχίλα καταπίνω τον καπνό απ’ τo τσιγάρο μου, βάζω στο χθεσινό περίσσευμα του λερωμένου ποτηριού μου μια απ’ τα ίδια κι ανάλογα τα κέφια των νευρώνων που ορίζουνε τα χέρια και τα μάτια μου, σβήνω ή ανάβω βλαστημώντας κι άλλα φώτα.

Ταινίες έχω δει πολλές. Φωτογραφίες πιο πολλές. Χέζω τη φαντασία, την υποτιμώ. Τραβάω το μπλε βελούδο ξαφνιασμένα κι είμαι έτοιμος κι ωμός, χωρίς αισθήματα, σαν αστυνομική φωτογραφία και σα νερό, περιπλανώμενος, πάντα στη λάθος μεριά, σκάβω και θάβω γκροτέσκα αυλάκια, πάνω στο πρόσωπό μου που μισώ.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Μπλουζ





Τίποτα δε μπορώ να κάνω.

Εσύ με παράτησες και σκαρφαλώνεις.

«Θα κατέβω αύριο να σε δω» μου είπες.

Μα πρέπει να ‘ρθω ως τους πρόποδες

και όταν πέσει ο ήλιος.

Γιατί πιο πριν δε θα ‘σαι εκεί.


Και τηλέφωνο με πήρες

-   δυο φορές -

αλλά και πάλι εγώ δεν πείστηκα.


Ή μάλλον πείστηκα

και πίστεψα

αγάπες και λύπες και λατρείες

αλλά αυτή η μπάσταρδη η πίκρα απ’ το λαρύγγι μου δε φεύγει.


Και όσο γράφω τώρα

τόσο γεμίζει η μπανιέρα του λαιμού μου

κι αν κρατηθώ

ίσως και να μην ξεχειλίσει.


Κι αν κρατηθώ

ίσως ρουφήξω πίσω αυτή τη σήψη,

που ανάθεμα το σιντριβάνι που την ξεπετάει

κάθε φορά που μ’ ενοχλείς,

που ενοχλούμαι,

που ντρέπομαι ή δέρνομαι,

κάθε φορά που σκέφτομαι

πόσο άλλα τα περίμενα

και πόσο άλλα ήρθαν.


Ίσως κατέβει η στάθμη

της σαπίλας που ‘χω στο λαιμό

κι άμα κατέβει

μπορεί να πάρει και μαζί της

τη μαυρίλα

που ‘χω στο μυαλό.


Μπορεί να είπα

σ’ αυτόν που ρώτησε

ότι προέρχεται από ορμονικές εκκρίσεις,


«Εκείνες οι μέρες, καλέ μου, ξέρεις τωρα!»


Αυτό που ξέρω όμως  εγώ

κι αυτό που είναι αλήθεια

είναι ότι οι σαπίλες

κι οι μαυρίλες

κι άσχημες μυρωδιές,

καπνοί τραχείς

και κεραυνοί,

βροχές

 και σύννεφα,

  όλα,  

τις λέξεις σου

έχουνε πηγή,

μωρό μου.


Ναι, 
μου το ‘πες πάλι πριν,

ευθύνη εσένα δε βαραίνει.


Όταν ο ήλιος δύσει

τότε είναι η ώρα,

η καθορισμένη.


Δε φταις εσύ γι’ αυτό.

Ούτε που «επάνω»

τα τηλέφωνα είναι απαγορευμένα

και πρέπει

να κρυφτείς για να με πάρεις.


Ούτε που δε μπόρεσα

 να ‘ρθω πιο νωρίς ν’ ανέβω κι εγώ

«πάνω».


Ούτε που έπρεπε να τον γνωρίσεις.

Αφού στο ζήτησαν.


Κι ούτε που ήθελες

 να δεις πώς είναι, φταις.


Δεν είσαι εγώ που δε χρειάζεται να δω.

 Που ξέρω.


Όλα τα ξέρω.

 Και πως αυτό που σκέφτομαι

δεν είναι σωστό,

κι αυτό το ξέρω.


Όλα μες το κεφάλι μου όμως, γλύκα,

τ’ ακούω λογικά.


Και μία είναι η φράση που ‘ρχεται.


Σιγά σιγά.


Ή γρήγορα.


Πάντα η ίδια σχηματίζεται.


Για ν’ απαντήσει στα

«τότε, γιατί όλα αυτά;»




«Πόσο υπέροχα

 θα ήτανε, μωρό μου,

 άμα

 δεν

 ήθελες

να

πας»