Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

Το ημερολόγιο κάποιου που θα μπορούσε να είναι ο Alvin Toffler

Αυτή είναι μια ιστορία για ‘μενα.
Εγώ είμαι ένας άνθρωπος που θέλει να πιστεύει πως είναι διαφορετικός από τους άλλους.
Αν είμαι;
Δεν ξέρω πραγματικά πια.
Κάποτε ήμουν σίγουρος. Όταν ήμουν πιο μικρός.
Στις αρχές του 21ου αιώνα.
Τότε, στη ωριμότητα της εφηβικής μου κυκλοφορίας και κυκλοθυμίας, έλεγα πως κανείς δε μπορεί να ταυτίσει το κύκλωμα της ροής του αίματος του με το δικό μου.
Κανείς δε μπορεί να συγχρονίσει τους παλμούς του με τον ξέφρενο ρυθμό των δικών μου κι αυτό μου έδινε πάντα το προβάδισμα, νόμιζα, στην επεξεργασία των δεδομένων και στη λήψη τους.
Αυτό, μεταξύ μας, δεν ήταν αυταπάτη.
Όντως έχω αυτό το «χάρισμα», της γρήγορης εναρμόνισης με τις καταστάσεις, και της προσαρμογής. Της φαινομενικής προσαρμογής.
Άλλο πάλι…
«Φαινομενική προσαρμογή»
 
Κρύβομαι κι απ’ τον ίδιο μου τον εαυτό, αν αυτό μπορεί να ισχύει.
Η ταλαιπωρία του να απογοητεύομαι κάθε φορά όταν ανακαλύπτω πως απλώς έπεσα πάλι στην ίδια παγίδα και οι απόψεις μου για διάφορα που απασχολούν την ύπαρξή μου αραιά και πού δεν είναι πηγαίες εκ των έσω μου κι αυθεντικές και παρθενογενέσεις, αλλοιώνει απίστευτα πια την ιδέα που έχω για τον εαυτό μου.
Ανεβαίνω επίπεδα μόνο και μόνο επειδή οι άλλοι το νομίζουν, και για να μην τους χαλάσω χατίρι φέρομαι σαν να ισχύει όντως κάτι τέτοιο.
Το αποτέλεσμα;
Καταλήγω να το πιστεύω κι ο ίδιος.
Και να καμαρώνω κιόλας.
Μετά το υποσυνείδητό μου κάνει ένα βαρβάτο update στο συνειδητό μου και βλέπω τις τρύπες που με περισσή μαεστρία και φανταστικούς κόπους, πάθη, υποχωρήσεις και συνδιαλλαγές έχω καμωμένες, στο νερό.
Και μαζεύομαι πάλι στο καβούκι μου.
Και γκρεμίζω ό, τι οι άλλοι έχουν χτίσει βασισμένοι επάνω μου.
Βασισμένοι στην εικόνα που είχαν για ‘μενα κι εγώ δεν τους αναίρεσα για να μην τους απογοητεύσω.
Κι έτσι τους σκοτώνω.
Γι’ αυτό γεννήθηκα.
Για να προκαλώ το μίσος στο πρόσωπο μου και την απέχθεια στο μυαλό μου.
Το φόβο για τη γλώσσα μου σε σχέση με την καρδιά μου, όλοι τον έχουν βιώσει.
Κάποιοι ήταν αρκετά τυχεροί ώστε να μη μ’ ενδιαφέρουν αρκετά, και γλύτωσαν.
Κάποιοι άλλοι όχι.

Ανήμερα του μεγαλύτερου λάθους της μέχρι τώρα ζωής μου, κατάλαβα ότι στο σώμα μου ζει ένα τέρας και στο κεφάλι μου κατοικεί κάποιος που ίσως κάποτε ήταν ο Προκρούστης.
Αναίσχυντος και σαδιστής, αλλά ευαίσθητος και μαζοχιστής την ίδια στιγμή, το αμέσως επόμενο δέκατο του δευτερολέπτου.
Θεογονία ή τερατογέννεση;

(στον Σ. κι ας μην ξερει ποιος ειναι ο Alvin Toffler )
 

Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Οι Μέρες του Σκύλου Τελειώσαν (τελευταίο μέρος)


Θεέ μου τι ξέφωτο ήταν αυτό μπροστά μου, κάτι που δεν είχα ποτέ μου δει ξανά ούτε έχω νιώσει ξανά κάπως παρόμοια. Τόσα χρώματα και τόσα τόσα τόσα διαφορετικά πρόσωπα κι όλα χαρούμενα και ξέγνοιαστα. Όχι όπως είχα συνηθίσει να τα βλέπω. Μ’ έναν άλλο τρόπο, θαρρείς σαν να ‘ταν πιο… ειλικρινή; Σαν το χαμόγελο που είχαν όλοι αυτοί να ήτανε στ’ αλήθεια από μέσα τους, κι από μέσα μου, μα στάσου, κι εγώ το ‘χω, κι εγώ χαμογελάω έτσι! Μπορούσε να ‘ναι πιο πραγματικό αυτό, απ’ όσα έχω ζήσει μέχρι τώρα;

Ήτανε όλα τόσο θαυμαστά υπέροχα! Με συνεπήρε αυτή η ατμόσφαιρα κι η μουσική. Αυτή η δρυίδικη εικόνα. Τι μουσική! Από ποιόν να ‘βγαινε αυτός ο ήχος! Αυτά τα λόγια!

«Οι Μέρες του Σκύλου Τελειώσαν. Τρέξε γρήγορα!»

Έψαξα με το βλέμμα και είδα. Σε μια σκηνή επάνω, μαζί με άλλους που χόρευαν γύρω του, το Πλάσμα χόρευε το ίδιο γύρω απ’ τον εαυτό του και τραγουδούσε. Δεν ξεχώριζα τι ήταν, άντρας, γυναίκα. Είχε σκληρές γωνίες, μεγάλα μάτια και τα μαλλιά του ήταν φλογερά και έλαμπαν στο θαμπό σκοτάδι, άλλοτε πορτοκαλί του Ήλιου κι άλλοτε κατακόκκινα, του Άρη. Το Πλάσμα κι η Συντροφιά του ήταν ντυμένοι σαν πουλιά εξωτικά, με πούπουλα και σαν αρχαία βαμμένοι κι υφάσματα φορούσανε για ρούχα τους, χίλιες υφές και χίλια χρώματα, κι άφηνε ο καθένας τους στο διάβα του κάτι σαν ρεύμα από χρυσόσκονες που σύννεφο έφτιαχναν και πάνω απ’ τα κεφάλια μας κινιόταν.

Κι όλοι οι άλλοι λες κι είχαν πάρει κάτι απ’ την παραξενιά της Συντροφιάς κι είχαν πάνω τους όλοι από κάτι να τους κάνει εξωτικούς κι εκείνους. Άλλος φτερά είχε στα μαλλιά κι άλλος στα πόδια, και μια γυναίκα παραδίπλα μια μάσκα που από κάπου μου ‘τανε γνωστή φορούσε. Και το τραγούδι, του Πλάσματος αυτός ο ήχος, ο μυστήριος κι έρρυθμος , όλους τους ένωνε σ’ έναν αεικίνητο χορό που δε σταμάταγε.  Κι όλοι χαμογελούσαν μεθυσμένα και παράξενα υπέροχα.

Τόσο με είχαν παρασύρει όλα εκείνα που ‘χα ξεχάσει την καλή μου Κούκι. Εκείνη όμως με παρατηρούσε και τίποτα δεν άφηνε να μη μου εξηγεί. Μέχρι που πήρε για λογαριασμό μου ένα φτερό από κάποιον που ‘χε πέσει ξέπνοος στο χώμα και κοιμόταν πια για τα καλά, το ‘βαλε στα μαλλιά μου κι αφού μου το στερέωσε καλά για να μην πέφτει, με φίλησε ξανά και είπε 

«δικό σου! Αυτός δε θα το χρειαστεί. Είναι το δώρο μου για ‘σένα απόψε»

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

ανάσα

























Εκπνέω πάντα δυνατά

να βγαίνει ο αέρας
να γίνομαι μικρότερη

για να χωράω αγκαλιά σου.