Κυριακή, 14 Νοεμβρίου 2010

Οι Μέρες του Σκύλου Τελειώσαν (τελευταίο μέρος)


Θεέ μου τι ξέφωτο ήταν αυτό μπροστά μου, κάτι που δεν είχα ποτέ μου δει ξανά ούτε έχω νιώσει ξανά κάπως παρόμοια. Τόσα χρώματα και τόσα τόσα τόσα διαφορετικά πρόσωπα κι όλα χαρούμενα και ξέγνοιαστα. Όχι όπως είχα συνηθίσει να τα βλέπω. Μ’ έναν άλλο τρόπο, θαρρείς σαν να ‘ταν πιο… ειλικρινή; Σαν το χαμόγελο που είχαν όλοι αυτοί να ήτανε στ’ αλήθεια από μέσα τους, κι από μέσα μου, μα στάσου, κι εγώ το ‘χω, κι εγώ χαμογελάω έτσι! Μπορούσε να ‘ναι πιο πραγματικό αυτό, απ’ όσα έχω ζήσει μέχρι τώρα;

Ήτανε όλα τόσο θαυμαστά υπέροχα! Με συνεπήρε αυτή η ατμόσφαιρα κι η μουσική. Αυτή η δρυίδικη εικόνα. Τι μουσική! Από ποιόν να ‘βγαινε αυτός ο ήχος! Αυτά τα λόγια!

«Οι Μέρες του Σκύλου Τελειώσαν. Τρέξε γρήγορα!»

Έψαξα με το βλέμμα και είδα. Σε μια σκηνή επάνω, μαζί με άλλους που χόρευαν γύρω του, το Πλάσμα χόρευε το ίδιο γύρω απ’ τον εαυτό του και τραγουδούσε. Δεν ξεχώριζα τι ήταν, άντρας, γυναίκα. Είχε σκληρές γωνίες, μεγάλα μάτια και τα μαλλιά του ήταν φλογερά και έλαμπαν στο θαμπό σκοτάδι, άλλοτε πορτοκαλί του Ήλιου κι άλλοτε κατακόκκινα, του Άρη. Το Πλάσμα κι η Συντροφιά του ήταν ντυμένοι σαν πουλιά εξωτικά, με πούπουλα και σαν αρχαία βαμμένοι κι υφάσματα φορούσανε για ρούχα τους, χίλιες υφές και χίλια χρώματα, κι άφηνε ο καθένας τους στο διάβα του κάτι σαν ρεύμα από χρυσόσκονες που σύννεφο έφτιαχναν και πάνω απ’ τα κεφάλια μας κινιόταν.

Κι όλοι οι άλλοι λες κι είχαν πάρει κάτι απ’ την παραξενιά της Συντροφιάς κι είχαν πάνω τους όλοι από κάτι να τους κάνει εξωτικούς κι εκείνους. Άλλος φτερά είχε στα μαλλιά κι άλλος στα πόδια, και μια γυναίκα παραδίπλα μια μάσκα που από κάπου μου ‘τανε γνωστή φορούσε. Και το τραγούδι, του Πλάσματος αυτός ο ήχος, ο μυστήριος κι έρρυθμος , όλους τους ένωνε σ’ έναν αεικίνητο χορό που δε σταμάταγε.  Κι όλοι χαμογελούσαν μεθυσμένα και παράξενα υπέροχα.

Τόσο με είχαν παρασύρει όλα εκείνα που ‘χα ξεχάσει την καλή μου Κούκι. Εκείνη όμως με παρατηρούσε και τίποτα δεν άφηνε να μη μου εξηγεί. Μέχρι που πήρε για λογαριασμό μου ένα φτερό από κάποιον που ‘χε πέσει ξέπνοος στο χώμα και κοιμόταν πια για τα καλά, το ‘βαλε στα μαλλιά μου κι αφού μου το στερέωσε καλά για να μην πέφτει, με φίλησε ξανά και είπε 

«δικό σου! Αυτός δε θα το χρειαστεί. Είναι το δώρο μου για ‘σένα απόψε»

Δεν υπάρχουν σχόλια: