Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Λούσι


Είδες εχθές ένα όνειρο και ήσουν λέει λίγο άντρας λίγο γυναίκα μπερδεμένα πράγματα και σαν άντρας ήσουνα περίεργος στην αληθινή ζωή σου δηλαδή δε θα σε συμπαθούσες είχες και σγουρά μαλλιά το πιο απαίσιο σγουρό που μπορεί να έχει άνθρωπος μα στ' όνειρό σου δε σε πείραζε και τόσο.
Μπήκες στο σπίτι της γιαγιάς κι ήταν απόγευμα μόλις πριν λίγο είχε φύγει ο ήλιος κι είχε μείνει αυτό το φως που κάνει τ' άψυχα να μοιάζουνε σαν πιο περίεργα από τις άλλες ώρες μπαίνεις στο σπίτι κι ήσουν θαρρείς σαν χτυπημένος κουρασμένη πάντως τα μάτια σου έψαχναν μες τις σκιές κάτι να δούνε και στα ρουθούνια σου ήταν μια μυρωδιά λες από πάντα όχι άγνωστη μα ούτε προσδιορισμένη πας στην κουζίνα που τη νιώθεις σα σαλόνι ανασαίνοντας λίγο βαριά και στο τραπέζι από πίσω όρθια στέκεται η Λούσι πιο ψηλή από ποτέ μ' ένα χαμόγελο τόσο ζεστό και τόσο αληθινό και πάλι όχι τόσο ξεκάθαρο δεν είν' χαμόγελο είναι μειδίαμα τόσο κλισέ μα πόσο ειλικρινά εντυπωσιακό χωρίς να φαίνονται τα δόντια μα να υπάρχουνε και να το καθορίζουν τόσο υπέροχα και τόσο δυνατά ναι σαν του αλόγου δεν είναι αγενές ούτε υπερβολικό τα αλογίσια δόντια είναι υπέροχα όταν στοιχίζονται σωστά από τη φύση κι αυτά τα μάτια της που λαμπυρίζουν στις σκιές μένουν εκεί και σε κοιτάνε κι εσύ ανασαίνεις απ' τη μύτη και τα ρουθούνια σου μάλλον ανοίγουν υπερβολικά μα δε σε νοιάζει γιατί είσαι ταλαιπωρημένη εξαντλημένος κι εκείνη φοράει μι' άσπρη μπλούζα που προκαλεί ένα οικείο πετάρισμα στα μάτια σου κι η νύχτα έπεσε και οι σκιές γίνανε πιο ζεστές και ήμερες και ξαφνικά παρατηρείς ότι είναι κι από κάπου ένα φως αναμένο πορτοκαλί όχι άσπρο και πλησιάζεις με μικρά τα βήματα κι είσαι και άντρας και γυναίκα σαν άντρας έχεις όνομα και πρόσωπο μα σα γυναίκα έχεις μόνο το εσωτερικό δεν το καταλαβαίνεις ακριβώς μα δε σε νοιάζει κι εκείνη ανοίγει τα δυο χέρια της πόσο ψηλή είναι δες την σε κλείνει μέσα κι η καρδιά σου δεν ξέρεις αν χτυπάει ή αν σταμάτησε παει πιο γρήγορα πάει πιο αργά δεν ξέρεις πάντως μια αλλαγή υπάρχει τη μυρωδιά εκείνη στα ρουθούνια σου δεν την αντιλαμβάνεσαι σαν κάτι διαφορετικό απ' τον χώρο πια είναι σα να 'σουνα εκεί από πάντα η Λούσι πιάνει με τις δυο απαλές παλάμες το κεφάλι σου και το σηκώνει απ' το στήθος της που το 'χες χώσει χαμογελώντας πάντα σε φιλάει στο μέτωπο στη μύτη και στα χείλη ενώ εσύ κλείνεις τα υπερκόκκινα από τι δεν ξέρεις μάτια σου μα ύστερα τ' ανοίγεις γιατί σκέφτηκες αν κάποιος βλέπει από κάπου θα του φαίνεσαι άντρας μα είσαι και γυναίκα στο όνειρο δεν σκέφτηκες αυτό αυτό τώρα πρέπει να το λες συνέχεια για να μην ξεχάσεις πόσο όμορφα ένιωθες μ' αυτή τη σύγχηση που εσένανε καθόλου δε σε μπέρδευε η Λούσι ήτανε σα να μην την ήξερες και σα να σ' είχε αυτή η ίδια γεννήσει το δέρμα της η γλώσσα της η μυρωδιά τα άσπρα χέρια της τα μάτια της που λάμπανε η ζέστη στο στομάχι μία ανησυχία τόσο γλυκιά όχι δεν ήτανε γλυκιά ήταν μια αίσθηση πιο πάνω απ' τις αισθήσεις σα να φοβόσουνα και σα να ευχαριστιόσουνα ταυτόχρονα μα τι σκατά ήταν αυτό το πράμα σε τρελαίνει κι αυτό το όνειρο το ακολούθησαν άλλα τρακόσια με ρεαλιστικά και παρανοικά ξεσπάσματα των βιωμάτων σου που 'χαν θαφτεί εκεί που το μυαλό δεν έφτασε ποτέ του σκόπιμα κι άλλα ήτανε λογικά κι έβρισκες την πηγή τους κι άλλα τόσο παράλογα που λύσσαγες να βρεις μιαν άκρη της κλωστής για να σε οδηγήσει μέσα στον λαβύρινθο μα πιο πολύ ακόμα λύσσαγες που δεν ήτανε αυτό που ήθελες να κάνεις εσύ ήθελες μόνο να είσαι με τη Λούσι και όλα τ' άλλα τα είπες εμπόδια και δυσανασχετούσες κάποτε διαχωρίστηκε τ' ανδρόγυνό σου κι έγινες ένα απ' τα δύο ούτε τώρα θυμάσαι ποιο κάποτε σκότωσες ένα καρτούν κροκόδειλο ντυμένο πανοπλία κάποτε έψαχνες σερβιέτα μα υπήρχαν μόνο εκείνες οι μικρές πάνες ακράτειας στάσου τότε ήσουν άντρας ναι ήσουν άντρας το θυμάσαι καθαρά άντρας που χάθηκε σ' εκείνες τις μέρες του μήνα μα τι αστεία μέρη είχε αυτό το όνειρο επιτέλους και τι περίεργα, θυμάσαι και την αγωνία σου στη φάτσα του την αγωνία που έχεις σχεδόν κάθε μήνα και δεν κρατήθηκες και χαμογέλασες, σου το χρωστούσα άντρα που 'σαι μέσα μου, κορόιδεψες σεργιάνισες και σε κάτι σοκάκια σκοτεινά περίεργα που κάτι πράγματα γινόντουσαν και κάτι άνθρωποι υπήρχαν ή ήταν ζώα που 'μοιαζαν σαν άνθρωποι μα όχι δε μπορείς και δε σου βγαίνει πες αλήθεια να προσδιορίσεις τίποτα απ' όλα αυτά τίποτα απολύτως τίποτα ούτε ένα γεγονός μόνο μονάχα παρά μόνο τη δική σου αίσθηση πριν κατά τη διάρκεια και μετά τη Λούσι. 

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Λαϊκό



Τώρα που άνοιξε η πόρτα δε βλέπω τίποτα. 


Θα 'πρεπε κανονικά να βλέπω το λιμάνι αλλά δε βλέπω τίποτα.

Κανονικά θα 'πρεπε ν' ακούω το καράβι που μπαίνει σιγά σιγά, ξημέρωμα αργό και να μυρίζω την ημέρα που 'τανε νύχτα μόλις πριν αρχίσω να μιλάω.

Κανονικά θα 'πρεπε να μπορώ να με ακούω να μιλάω.

Κανονικά, τώρα θα άνοιγα το παράθυρο και θα στεκόμουν ακουμπώντας στα κάγκελα του μπαλκονιού για να αποφασίσω τι σόι καφέ θα πιώ ζεστό ή κρύο.

Κανονικά πριν από 'μένα κι άλλοι θα 'χαν σταθεί σ' αυτό το μέρος παλιότερα, στο χάραμα και θα χαιρέτιζαν άλλα καράβια, μπορεί να ήταν και τα ίδια μ' άλλο χρώμα κι όνομα.

Κανονικά θα μπορούσα να φανταστώ μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, γυναίκα της ζωής να βγάζει τα γοβάκια της και να ρουφάει ένα απ' τα σέρτικα τσιγάρα της με πάθος σα να είναι η ίδια η ζωή ένα πράμα και να κοιτάει πέρα τη θάλασσα με τα καστανοπράσινά της μάτια τόσο ανοιχτά και όμορφα μετά από το ξενύχτι κι ό,τι αυτό συνεπάγεται ίσως λίγο πιο υγρά απ' ότι συνήθως να κοιτάει και να σκέφτεται ποια να ήταν η πρώτη φορά που ευχήθηκε να φύγει από το νησί και το χωριό.

Κανονικά θα μπορούσα να φανταστώ έναν ώριμο κύριο λίγο κοντούλη λίγο γεματούλη να 'χει μόλις ξυπνήσει και να πίνει τούρκικο βραστό χαρμάνι και να λέει φωναχτά αχ ρε Μαρία πού 'σαι ρε Μαρία και δεν πετυχαίνω τον καφέ μονάχος μου Μαρία και να δακρύζει λιγουλάκι να ίσα ίσα να ρουφήξει τη μυτούλα του και να κοιτάξει πιο μακριά στη θάλασσα και να σηκώσει να το χέρι του με το μπεγλέρι σα χαιρετισμό να πούμε στα ψαράδικα, α ρε Μαρία.

Ή κανονικά θα μου 'ρχόταν στο μυαλό ένα νεαρό ζευγάρι, ίσως φρεσκοπαντρεμένο που να 'χει σύρει το ντιβάνι που κοιμάται πέρα κάθετα στο παράθυρο για να ξυπνάει με τον πρώτο ήλιο και να γελάει με τα πρώτα κρο των γλάρων και να φιλιέται με τα πρώτα φωναχτά καλημέρα του δρόμου πάντα γελώντας συνέχεια γελώντας. 

Ή ένα μόρτικο πιτσιρίκι που αρπάζει μια φέτα ψωμί απ' το τραπέζι και στη ζούλα δυο τσιγάρα απ' το πακέτο του πατέρα που 'ναι στο σακάκι του και τα χώνει στα μουλωχτά στην κωλότσεπη, φεύγω καλημέρα, μην αργήσεις κατευθείαν σπίτι μετά το σχολείο, τα μισά λόγια το βρήκαν ήδη στο δρόμο το μπαγάσικο είναι γρήγορο! το κοιτάζει η μητέρα από το παράθυρο και μια συγκίνηση την πιάνει ας είναι στο καλό παληκάρι μου στο καλό.

Να κι ένας νέος με μαλλιά λίγο πιο μακριά απ' το κανονικό και μούσια θα 'ναι απ' αυτούς τους φοιτητές μόλις έχει μπει στο σπίτι και φτιάχνει καφέ ώσπου χτυπάει το κουδούνι κι ανεβαίνουνε άλλοι τέσσερις αγόρια και κορίτσια και γυαλίζουνε τα μάτια τους κι ας είναι κουρασμένοι ποιος ξέρει πού γυρίζαν όλο το βράδυ από διασκέδαση πάντως δεν ήρθαν κάνανε καφέ για όλους κι ανοίξανε κάτι χαρτιά με πολλά λόγια επάνω και τα μοίραζαν μια γύρα κι ύστερα πάλι μέσα στις τσάντες και μιλούσαν και γυαλίζανε τα μάτια τους να 'ναι καλά ωραία παιδιά ανάσα και ζωή να 'ναι καλά.

Και μια γυναίκα νάτη όχι τόσο όμορφη λίγο ταλαιπωρημένη όχι από ξενύχτι μα από ζωή και δες ακόμα νύχτα έξω κι αυτή είναι ξύπνια, φτιάχνει μια δυο σ' ένα τσαντάκι κολατσιό, σ' ένα μαντήλι ένα ακόμα πιο μεγάλο ύστερα σιδερώνει σιδερώνει ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο πιάνει τα μαλλιά της κότσο κοιτάει που άρχισε να ξημερώνει ψάχνει τα κέρματά της για το λεωφορείο και αναστενάζοντας κλείνει πίσω της την πόρτα με πρόσωπο στον κόσμο που 'ναι ίδιος έξω μέσα με πανωφόρι ντουμπλε φας, ρε μάνα, ίδιος σου λέω.

Αλλά τώρα που άνοιξε η πόρτα δε βλέπω τίποτα.

Δε βλέπω το λιμάνι.

Δε βλέπω ούτε τη θάλασσα.

Ούτε τους ανθρώπους

Δε βλέπω τίποτα.



σάουντρακ η εκπομπή
Λαϊκό, βαρύ λαϊκό, σκυλάδικο 
των @tovytio και @radio_sociale στο @radiobubble

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Πιθανότητες

Αυτήν την Άνοιξη θα διαβάσω.
Μια όμορφη νύχτα αυτής της Άνοιξης που θα έχω διαβάσει, θα συναντήσω κάτι ανθρώπους που κι αυτοί θα έχουν διαβάσει, πριν από 'μένα, ίσως, μα όλοι για τον ίδιο λόγο.
Και θα καθήσω μαζί τους, ίσως από το μεσημέρι, ίσως από νωρίς το απόγευμα, και θα μιλήσουμε.
Ίσως θα φανεί τυχαίο μα δε θα 'ναι, θα 'ναι σκόπιμο.
Θα πιούμε τσίπουρα, ή ίσως ούζα και θα φάμε και μεζέδες.
Σίγουρα θα καπνίζουμε πολύ και θα γελάμε.
Oι καρέκλες ίσως δε βολεύουνε μ' αυτό θα 'ναι το τελευταίο που θα νοιάζει.
Οι κουβέντες μας θα 'χουν τον πρώτο λόγο.
Θα είναι κουβέντες ανοιξιάτικες.
Θέλω να πω θα 'ναι κουβέντες που τις κάνουμε συνέχεια στην καθημερινότητα μας, μα ίσως την Άνοιξη έχουν άλλο νόημα.
Όχι ίσως. Σίγουρα.
Η καρέκλα, ναι.
Πολύ ενοχλητική.
Κι αυτή η δίψα που σ' αφήνει το ούζακι.
Μα δε θα σταματήσει και κανείς μας να μιλάει.
Κανέναν δεν τον παίρνει να σταματήσει, άλλωστε.
Η Άνοιξη σε κάνει να μη θες να σταματάς.
Η Άνοιξη σε κάνει να θες να βγάλεις το σακάκι σου κι ας έχει αεράκι στη γωνία που ίσως καθόμαστε.
Η Άνοιξη σε κάνει να σκέφτεσαι με πιο πολλά χρώματα.
Η Άνοιξη σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι σκέφτεσαι με χρώματα, ίσως.

Το τραπέζι μας ίσως είναι πράσινο αλλά είναι σίγουρα μεταλλικό.
Είναι γεμάτο ψίχουλα, τρίμματα καπνού και στάχτες, ίσως από κάτω να 'χουν στριμωχτεί άδεια μπουκάλια κι ίσως αραιά και πού να τα κλωτσάει κάποιο άταχτο ποδάρι που δε βολεύεται και ίσως πιάστηκε και θέλησε να ξεμουδιάσει.

Ίσως άμα κοιτάξει κάποιος από την απένταντι πλευρά του δρόμου να μας δει έντονα να χειρονομούμε και ίσως κάτσει και παρατηρήσει πώς τα χέρια μας πετάνε και να τα συνδυάσει με τα χείλη μας κι ίσως και με τα μάτια μας και να σκεφτεί ότι ίσως κατάλαβε για τι έχουμε κουβέντα.

Ίσως να βγει η γριά κυρία από απέναντι για να μας πει ευγενικά να μην φωνάζουμε και τόσο, μα ίσως ν' αλλάξει γνώμη και να μείνει σιωπηλή εκεί στον ίσκιο στο μπαλκόνι με τις γλάστρες της ν' ακούει όλα τα λόγια μας και ίσως να δακρύζει γιατί ίσως κάτι να θυμήθηκε.

Κι ίσως εμείς που από ώρα θα την έχουμε καταλάβει και με νοήματα έχουμε δώσει αναμεταξύ μας το σινιάλο, γυρνάμε ένας ένας, κάπου κάπου, και της σκάμε ένα χαμόγελο, άλλοι λίγο πιο συνωμοτικό και άλλοι λίγο πιο αδιάφορο, μα όλα τους αληθινά.

Ίσως να νύχτωσε σιγά σιγά, ίσως να πέρασε η ώρα μα η συζήτηση σίγουρα δεν τέλειωσε.

Ίσως να ήρθε η ώρα για το διάλειμμα κι αυτό το διάλειμμα όλοι μας ίσως το έχουμε ανάγκη και ηρεμούν οι πρωινοί κι έρχονται οι πιο φρέσκοι να αρχίσουνε ένα ζουζούνισμα, ένα γρατζούνισμα, όχι, αυτό π' ακούγεται ίσως είναι δοξάρι κι ίσως και μια κιθάρα κι ίσως κι άλλα μικροπραμάτα που βγάζουν ήχους κι ίσως αυτοί οι ήχοι είναι το μόνο πράγμα που μπορεί ν' αντικαταστήσει την κουβέντα μας.

Ίσως εμείς, όλοι μαζί, λες κι είμαστε συνεννοημένοι, κάνουμε είκοσι εκατοστά πίσω με τις καρέκλες μας και, να, ίσως μόλις βρεθήκαμε σε έναν κύκλο που ίσως δεν ήταν κύκλος μα εμείς κύκλο τον νιώθαμε κι ίσως να πιάσαμε όλοι μαζί σιγά σιγά να μουρμουράμε χαμηλά την «Πικροδάφνη» και ίσως σε μια προσπάθεια του βιολιού να αποσπάσει λίγον ενθουσιασμό πιο πέρα απ' το μουρμούρισμα, ίσως πετύχει κέντρο στόχο τη μνήμη της γριάς κυρίας απ' απέναντι κι αυτή ίσως να κλείσει τα ματάκια της κι ίσως αρχίσει το τραγούδι όπως ίσως το είχε ακούσει, πει και ξαναπεί παλιά στο χωριό της που ίσως ήτανε στην Πίνδο, ίσως ήτανε στα Γιάννενα, ίσως και στο Κιλκίς κι αυτή η Άνοιξη ίσως να μην είναι τελικά όπως την περιμένουμε, έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει, μα σίγουρα αυτή η νύχτα της θα γίνει έτσι ακριβώς, μόνο ίσως τα χρώματα ν' αλλάξουνε, να μην είναι ας πούμε το τραπέζι πράσινο, να 'ναι οι καρέκλες βολικές και η γριά κυρία να 'ναι κύριος μα όλα τ' άλλα, όλα τ' άλλα θα γίνουν έτσι ακριβώς και το μονάχο που δεν έχω φανταστεί είναι το πώς αυτές τις νύχτες στην αρχή της Άνοιξης τελειώνουν.
Το πώς λοιπόν γυρνάει κάποιος σπίτι.



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2012

Γκλόρια




Ο Χριστός πέθανε για κάποιου της αμαρτίες
-μα όχι για τις δικές μου-
Κάθε που σκέφτομαι τ' όνομά σου, Γκλόρια,
το συνειδητοποιώ
πως ίσως πέθανε για τις δικές σου
-ίσως και για του μπαμπά σου-
μα σίγουρα όχι για 'μένα

εγώ προτιμώ να φαντασιώνομαι τις αμαρτίες μου
κι άμα τύχει και καμιά φορά και πραγματοποιούνται
τυχαία ή μοιραία
-σαν εσένα, Γκλόρια-
τότε νιώθω μια γούβα με σκατά,
βαθειά ως τα Τάρταρα

αλλά δεν ξέρεις ποια είναι η διαφορά
που έχουν οι δικές μου τύψεις
με των άλλων
-έτσι, Γκλόρια;-
επάνω, επάνω
-στην επιφάνεια αυτής της βρωμερής λεκάνης-
αν παραβλέψεις λίγο και την ανηφόρα
θα συναντήσεις να φυτρώνουν
τα πιο όμορφα λουλούδια
-ναι, κι από 'σέν πιο 'μορφα ακόμη!-
κι οι άνθρωποι
όταν τα βλέπουν
παρασύρονται απ' την ομορφιά
κι από τη μυρωδιά
και κόβουν
και μαζεύουνε
για να 'χουν και στο σπίτι τους αυτά τα άγρια λουλούδια
και χαίρονται
και παίζουν γύρω γύρω
χωρίς ούτε ένας να σκεφτεί
ότι όλα αυτά
ειλικρινά
και κυριολεκτικά
βγήκανε μέσα απ' τα σκατά