Τρίτη, 27 Μαρτίου 2012

Λαϊκό



Τώρα που άνοιξε η πόρτα δε βλέπω τίποτα. 


Θα 'πρεπε κανονικά να βλέπω το λιμάνι αλλά δε βλέπω τίποτα.

Κανονικά θα 'πρεπε ν' ακούω το καράβι που μπαίνει σιγά σιγά, ξημέρωμα αργό και να μυρίζω την ημέρα που 'τανε νύχτα μόλις πριν αρχίσω να μιλάω.

Κανονικά θα 'πρεπε να μπορώ να με ακούω να μιλάω.

Κανονικά, τώρα θα άνοιγα το παράθυρο και θα στεκόμουν ακουμπώντας στα κάγκελα του μπαλκονιού για να αποφασίσω τι σόι καφέ θα πιώ ζεστό ή κρύο.

Κανονικά πριν από 'μένα κι άλλοι θα 'χαν σταθεί σ' αυτό το μέρος παλιότερα, στο χάραμα και θα χαιρέτιζαν άλλα καράβια, μπορεί να ήταν και τα ίδια μ' άλλο χρώμα κι όνομα.

Κανονικά θα μπορούσα να φανταστώ μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, γυναίκα της ζωής να βγάζει τα γοβάκια της και να ρουφάει ένα απ' τα σέρτικα τσιγάρα της με πάθος σα να είναι η ίδια η ζωή ένα πράμα και να κοιτάει πέρα τη θάλασσα με τα καστανοπράσινά της μάτια τόσο ανοιχτά και όμορφα μετά από το ξενύχτι κι ό,τι αυτό συνεπάγεται ίσως λίγο πιο υγρά απ' ότι συνήθως να κοιτάει και να σκέφτεται ποια να ήταν η πρώτη φορά που ευχήθηκε να φύγει από το νησί και το χωριό.

Κανονικά θα μπορούσα να φανταστώ έναν ώριμο κύριο λίγο κοντούλη λίγο γεματούλη να 'χει μόλις ξυπνήσει και να πίνει τούρκικο βραστό χαρμάνι και να λέει φωναχτά αχ ρε Μαρία πού 'σαι ρε Μαρία και δεν πετυχαίνω τον καφέ μονάχος μου Μαρία και να δακρύζει λιγουλάκι να ίσα ίσα να ρουφήξει τη μυτούλα του και να κοιτάξει πιο μακριά στη θάλασσα και να σηκώσει να το χέρι του με το μπεγλέρι σα χαιρετισμό να πούμε στα ψαράδικα, α ρε Μαρία.

Ή κανονικά θα μου 'ρχόταν στο μυαλό ένα νεαρό ζευγάρι, ίσως φρεσκοπαντρεμένο που να 'χει σύρει το ντιβάνι που κοιμάται πέρα κάθετα στο παράθυρο για να ξυπνάει με τον πρώτο ήλιο και να γελάει με τα πρώτα κρο των γλάρων και να φιλιέται με τα πρώτα φωναχτά καλημέρα του δρόμου πάντα γελώντας συνέχεια γελώντας. 

Ή ένα μόρτικο πιτσιρίκι που αρπάζει μια φέτα ψωμί απ' το τραπέζι και στη ζούλα δυο τσιγάρα απ' το πακέτο του πατέρα που 'ναι στο σακάκι του και τα χώνει στα μουλωχτά στην κωλότσεπη, φεύγω καλημέρα, μην αργήσεις κατευθείαν σπίτι μετά το σχολείο, τα μισά λόγια το βρήκαν ήδη στο δρόμο το μπαγάσικο είναι γρήγορο! το κοιτάζει η μητέρα από το παράθυρο και μια συγκίνηση την πιάνει ας είναι στο καλό παληκάρι μου στο καλό.

Να κι ένας νέος με μαλλιά λίγο πιο μακριά απ' το κανονικό και μούσια θα 'ναι απ' αυτούς τους φοιτητές μόλις έχει μπει στο σπίτι και φτιάχνει καφέ ώσπου χτυπάει το κουδούνι κι ανεβαίνουνε άλλοι τέσσερις αγόρια και κορίτσια και γυαλίζουνε τα μάτια τους κι ας είναι κουρασμένοι ποιος ξέρει πού γυρίζαν όλο το βράδυ από διασκέδαση πάντως δεν ήρθαν κάνανε καφέ για όλους κι ανοίξανε κάτι χαρτιά με πολλά λόγια επάνω και τα μοίραζαν μια γύρα κι ύστερα πάλι μέσα στις τσάντες και μιλούσαν και γυαλίζανε τα μάτια τους να 'ναι καλά ωραία παιδιά ανάσα και ζωή να 'ναι καλά.

Και μια γυναίκα νάτη όχι τόσο όμορφη λίγο ταλαιπωρημένη όχι από ξενύχτι μα από ζωή και δες ακόμα νύχτα έξω κι αυτή είναι ξύπνια, φτιάχνει μια δυο σ' ένα τσαντάκι κολατσιό, σ' ένα μαντήλι ένα ακόμα πιο μεγάλο ύστερα σιδερώνει σιδερώνει ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο πιάνει τα μαλλιά της κότσο κοιτάει που άρχισε να ξημερώνει ψάχνει τα κέρματά της για το λεωφορείο και αναστενάζοντας κλείνει πίσω της την πόρτα με πρόσωπο στον κόσμο που 'ναι ίδιος έξω μέσα με πανωφόρι ντουμπλε φας, ρε μάνα, ίδιος σου λέω.

Αλλά τώρα που άνοιξε η πόρτα δε βλέπω τίποτα.

Δε βλέπω το λιμάνι.

Δε βλέπω ούτε τη θάλασσα.

Ούτε τους ανθρώπους

Δε βλέπω τίποτα.



σάουντρακ η εκπομπή
Λαϊκό, βαρύ λαϊκό, σκυλάδικο 
των @tovytio και @radio_sociale στο @radiobubble

Δεν υπάρχουν σχόλια: