Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Hey, baby...



Θα κατεβώ μια μέρα απ'το λεωφορείο που με πάει στη δουλειά/
Θα περπατήσω μέσα στη βρώμικη γειτονιά σου που βλέπω κάθε μέρα/
Θα ρωτήσω να μου πουν ποιο ειναι το καλύτερο μέρος για καφέ και πρωινό/
και θα πάρω μια εφημερίδα απ'το περίπτερο, αυτό, απέναντι απ' το σπίτι σου κι αντί για ευχαριστώ θα πω στον περιπτερά: 
Hey, baby... take a walk on the wild side/

Στο πρωτοσέλιδο με κεφαλαία γράμματα θα φωσφορίζουνε οι χθεσινοί φόνοι/
Εσύ θα κάνεις βόλτες στο μυαλό μου κρατώντας ένα κόκκινο πανί κι αναπολώντας την ημέρα που η ομίχλη καθόταν στην παλιά τραγιάσκα μου/
"μυρίζεις τζάκι!"/
Θα ζητήσω ένα τσιγάρο ή ένα κουτί σπίρτα από τη σερβιτόρα με τα μαύρα μάτια και 'κείνη θα μου ψιθυρίσει τρυφερά: 
Hey, honey... take a walk on the wild side/

Θα μείνω μέχρι να νυχτώσει, πίνοντας μόνο καφέ/
μετά θα βγω έξω τρεκλίζοντας και θα χτυπήσω μανιασμένα τον πρώτο που θα δω/
κι αφού τον ρίξω κάτω και τον φτύσω θα μπω στο δίπλα μπαρ/
και θα παραγγείλω το ουίσκι σου, με νάζι, από τον μπάρμαν που θα τραγουδάει σιγανά:
Hey, baby... take a walk on the wild side

Ύστερα θα μπεις εσύ μέσα στο μπαρ, μαζί κι η σερβιτόρα κι ο δαρμένος τύπος κι ο περιπτεράς/
θα βγάλεις τα τσιγάρα σου απ'την τσέπη μου, θα κάτσεις δίπλα μου, θ' ανάψεις/
η σερβιτόρα θα χορέψει με τον τύπο κι ο μπάρμαν θα χτυπήσει τα μπουκάλια στο ρυθμό/
οι δύο μπάτσοι που μας κόβουνε, στην άκρη, θα πιαστούνε χέρι χέρι και θα ενώσουνε τα χείλη τους/
και η γριά που ζητιανεύει απ' έξω θα γδυθεί και θα 'χει σώμα νέας και θα την αγαπήσει ο περιπτεράς/
κι εγώ θα σου γεμίζω το ποτήρι, θα σ' ακουμπάω απαλά στο κάτω χείλος και θα σου τραγουδήσω μυστικά:

τού τού τού, τού τού ρού τού, τού τού. τού τού ρού, τού τού τού...

κι εσύ τότε θα πεις γελώντας δυνατά: 
Hey babe, take a walk on the wild side
And the coloured girls go: Doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo Doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

TRAITEMENT.avant_le_samedi


Είναι πρωί και έχει νύχτα. Ξύπνησα αλλά κάνω πως κοιμάμαι να το πιστέψει ο εαυτός μου και να μην γκρινιάζει. Σκατά, δεν τα καταφέρνω. Σηκώνομαι, ντύνομαι, φεύγω, στο δρόμο το παίζω ανάλαφρη και χαρωπή, «έλα Παρασκευή είναι, τελείωσε», σκατά πάλι, σιγά μην έπιανε, με ακουμπάνε, νευριάζω, το λεωφορείο θα ‘ναι πάντα ενοχλητικό όπου κι αν είμαι, σ’ όποια χώρα, κατεβαίνω, κι άλλο στριμωξίδι, ηρεμώ μόνο στο στενό το δικό μου, σ’ αυτά τα πενήντα βήματα λίγο αποξενώνομαι από το πανικόβλητο εγώ μου και τ’ αφήνω στη γωνία, έχω να συγκεντρωθώ στο να αντέξω. Φτάνω στην ώρα, σκάλες, άλλο βασανιστήριο, κάθε σκαλί πιο σκούρο απ’ το προηγούμενο, ή όχι, κάτσε, δεν είναι τα σκαλιά, το ηλίθιο, χεσμένο απ’ το φόβο του εγώ μου πάλι βρήκε την τρύπα του και ξεπετάχτηκε να κάνει τα δικά του. Το φιμώνω γι’ άλλη μια φορά, τώρα οριστικά και περιμένω έξω απ’ την πόρτα δεκαπέντε δευτερόλεπτα να πιάσω την ανάσα μου, μπαίνω μέσα, σιγά μην πρόλαβα να βρω ρυθμό αναπνοής, καλημερίζω, κάθομαι, κρατιέμαι να μην είμαι τόσο λαχανιασμένη και γίνω ρεζίλι, ένα, δύο λεπτά, πάει κι αυτό.
Κωλοδουλειές, άλλες φορές αρχίζω κατευθείαν , άλλες μαλακίζομαι να φύγει η ώρα, φεύγει, σιγά σιγά στην αρχή, ανά πέντε λεπτά κοιτάω το ρολόι, πιο γρήγορα μετά, διαβάζω εφημερίδες στο ίντερνετ, μιλάω, ρητορεύω αγχωμένη μη και με δει κανείς από ‘κει μέσα, όχι ότι θα μου πει και τίποτα αλλά έτσι, δε γουστάρω, διάλειμμα, δε σηκώνομαι αμέσως αφήνω να περάσει έτσι το μισό, στ’ άλλο μισό θα κατεβώ, στις σκάλες στρίβω το τσιγάρο, ευτυχώς που έχει κρύο και τα κωλόπαιδα απ’ τον κάτω όροφο μπήκανε γρήγορα μέσα, ανάβω, σα να μην έχει πολύ κόσμο σήμερα το μπουρδέλο, κάθομαι, κρυώνω λίγο, σκέφτομαι, τ’ αποφασίζω, αφήνω το μαλακισμένο εγώ να βγει για λίγο για θα σκάσει, αυτό τρελαίνεται, δε θα μου κάνει τη χάρη, όχι! Όποτε θέλω εγώ να την ακούσω αυτό θα κάνει τον καραγκιόζη; Να πάω να γαμηθώ, αυτό μου λέει και κλειδώνεται πίσω μόνο του. Στο διάολο του λέω κι εγώ και σηκώνομαι, γαμώτο, κατουριέμαι και κρυώνω και θ’ ανέβω πάλι αυτές τις κωλοσκάλες, τρελαίνομαι.
Τ’ απόγευμα περνάει πιο καλά, οι κουλές τρελόγκες φύγανε μετά το διάλειμμα, θ’ αργήσουν να γυρίσουν, ηρεμώ για λίγες ώρες, χάνομαι στον ιστό, ανοίγω ένα παράθυρο για δουλειά, ένα για διασκέδαση και προσπαθώ να τα κάνω σχεδόν ταυτόχρονα, μερικές φορές το καταφέρνω, χαίρομαι, περνάν τρεις ώρες, έχω κάνει και δουλειά καλή όχι αστεία, γυρνάνε οι κουλές, γάμα τα, πάλι στο ντουλάπι, όχι ότι φταιν κι αυτές, εγώ είμαι το ζόρι, δε βαριέσαι μια ώρα έμεινε θα περάσει, είμαι σε εγρήγορση, το στομάχι γουργουρίζει, το ρουφάω προς τα μέσα ν’ ακούγεται λιγότερο, έχω κι έναν ξερόβηχα, απομεινάρι αρρώστιας, καταραμένο, διαβάζω κάτι και γελάω σιγανά, σκέφτομαι γρήγορα, τεντώνομαι, ρουφάω τη μύτη μου και βήχω.
Παρά είκοσι, αυτές αρχίζουνε την πάρλα, εγώ τελειώνω σ’ αναμμένα κάρβουνα τα σωσίματα, σηκώνομαι σεμνά, κάνω πως παρακολουθώ για λίγο την κουβέντα, κλείνω διακριτικά το ένα μηχάνημα, μαζεύω αργά, καλώδια, τα βάζω όμορφα όμορφα μέσα την τσάντα, ακόμα κάνω πως παρακολουθώ πού και πού, ξεροβήχω, σβήνω το δεύτερο μηχάνημα, ταιριάζω το γραφείο, παίρνω απ’ την καρέκλα  το σακάκι μου, τις κοιτάω, το φοράω, δε μου δίνουν σημασία, κάνω ένα βήμα μπρος, ακόμα σημασία, λέω γεια, μου λεν καλό σαββατοκύριακο χαμογελώντας (οι καλές μου!) και εξαφανίζομαι.

Πετάω στις σκάλες, δε στρίβω τσιγάρο, βγαίνω απ’ την πόρτα, σα να ‘ναι ο καιρός λίγο πιο όμορφος, βρε σα να γλύκανε, κοίτα να δεις, χαμογελάω, θα περπατήσω σήμερα, ναι! Σήμερα δεν έχει τη βρωμιά του λεωφορείου. Χαμογελάω, περνάω το δρόμο μου, τον περπατάω, σήμερα δε μ’ ενοχλούν τα σχολιαρόπαιδα, δε θα συνωστιστώ μαζί τους, εξατμίζονται, μαζί μ’ αυτά κι η στάση, στ’ απέναντι το πεζοδρόμιο δύο κορίτσια γελάνε, η μία έχει ακορντεόν και κουβαλάει σακίδιο, σε κάποια θ’ άρεζε αυτό σκέφτομαι, χαμογελάω, αρχίζει παίζει το κορίτσι, περπατάν πιο γρήγορα, κι εγώ μαζί, ο δρόμος μας χωρίζει, περνάν την κάθετο, εγώ έχω φανάρι, «ε περιμέντε με, έρχομαι», περνάω κι εγώ, είμαι από πίσω και χαμογελάω, περνάν ποδήλατα, μαμά μπροστά και πίσω ο μπόμπιρας, γελάνε, κι εγώ γελάω, αυτός ο δρόμος πώς μ’ αρέσει, τα δέντρα του μ’ αρέσουνε, τα κορίτσια πάνε γρήγορα, «ε βρε, λυσσάξαν!», σκέφτομαι, θέλω να στρίψουνε εκεί που στρίβω, ατυχία, συνεχίζουν, τι να κάνεις, προχωράω, ένα αμάξι σταματάει να περάσει ένας παππούς κι ας έχει κόκκινο, χαμογελάνε, προχωράω και νομίζω ότι ακόμα ακούω ακορντεόν, το σκέφτομαι, γελάω, για μια στιγμή τ’ ακούω ξεκάθαρα, γυρνάω, τίποτα πίσω, συνεχίζω,  σε μια στροφή τις βλέπω, θαυμάζω την υπέρτατη ακοή μου και χαίρομαι, μυρίζω τζάκι και γελάω, περνάω το πάρκο, περνάω την κάβα, περνάω το λουλουδάδικο, το επισερί, μπροστά μου δυο παιδάκια τρέχουνε, προσέχω να μη βγουν στο δρόμο, τ’ αμάξια ουρά στο δρόμο δίπλα μου ακίνητα κι εγώ νερό, ποτάμι, ποιος με πιάνει, σ’ έν’ αυτοκίνητο μια με κοντό μαλλί κι ωραία μάτια μάλλον θύμωσε, γυρνάω την ξανακοιτάω και χαμογελάω, περπατάω, δε γύρισα να δω αλλά είμαι σίγουρη, της έφυγε ο θυμός, μια κυριούλα από πίσω μου παλεύει να με φτάσει, αν και κουράστηκα θα παίξω, για λίγο είμαι μπροστά, μετά κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή μου και η μαντάμ με πέρασε, ας είναι, ήταν άξια, ένας που τρέχει, με κολλάν, και ξεφυσάει με ρυθμό, φου φου σσσς, φου φου σσσς, το τραμ που γίνεται, τα έργα που τελειώνουν τόσο γρήγορα, τους χαιρετάω, φανάρια, πέτυχα πράσινο, περνάω, το δικό τετράγωνο, ο μαύρος δρόμος και οι μάντρες και πριν να στρίψω, νάτονα, ο έφηβος μαυρούκος γείτονας με το γουναριστό καπέλο, χαζόπαιδο και τι ψηλός, τον σκέφτομαι, γελάω, έστριψα, να και ο θείος με το φωνακλάδικο σκυλί, αυτός πηγαίνει πιο αργά απ’ τον χάρο κι αυτό χοροπηδάει σαν τρελό και τρέχει σαν τον σίφουνα, τους χαιρετάω, να κι η παράξενη εκκλησία, σαν σε ταινία, κλειστή, ανοίγει πια μόνο την Κυριακή, ο κήπος, τα ροδάκινα, τ’ αμύγδαλα, ξέρω τα δέντρα, τα ξεχωρίζω, χαίρομαι χαμογελάω, μία κυρία πάει να παρκάρει πάνω μου, δε με πειράζει, χάζευα, είναι γλυκούλα, μου γελάει, κανείς δε βρίζει σήμερα, είναι Παρασκευή, η κόκκινη μοτοσυκλέτα μας αρέσει, μου ήρθαν δάκρυα κι αυτός ο κόμπος μα γελάω, κοντεύω σπίτι, μυρίζω τζάκια και μαλακτικό, σ’ ένα σχολείο τα παιδάκια τραγουδάν Λας Κέτσαπ, άλλο κι αυτό, πού τις θυμήθηκαν, είμαι χαρούμενη, σχεδόν μυρίζω το κρεβάτι και τα ρούχα μας, ακούω το ράδιο, τον καπνό, τα αγκαρμπάθι, το κρασί μες τα φαρδιά ποτήρια, πέντε σκαλιά η ρεζιντάνς και στο καθένα είναι Παρασκευή, να το ποδηλατάκι, και να και το παράθυρο, χτυπάω το κουδούνι, μου ανοίγεις, είναι Παρασκευή και σε φιλάω, σε λίγο τρώμε και γελάω, είναι Παρασκευή, είναι Παρασκευή, είναι Παρασκευή, είναι Παρασκευή, είναι, είναι, είναι, είναι Παρασκευή, γελάω.



photography: 

Le trompe l'oeil de la rue méditerrannée, Bernard Boujot 

(bernard-boujot.blogspot.com)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Mπορεί να δω μια μέρα ένα όνειρο



Σκέφτομαι ότι μπορεί να δω μια μέρα ένα όνειρο που θα ‘χει μέσα του μια πόλη με χρώμα γκρίζο και καφέ και γεύση σαν μεταλλικό καπάκι μπύρας, που οι άνθρωποι θα τριγυρνάν, αγέλες, σε πάρκα και πλατείες σαν τρελοί και τα πελώρια περιστέρια που θα ‘χουν βγει την κυριακάτική τους βόλτα με τα μωρά, τους φίλους και τους έρωτες θα μας πετάν κομμάτια από κουλούρια Σαλονίκης, και θα μας περιμένουνε, σα σμήνος από λιμασμένα ζόμπι με σπαστικές κινήσεις και γκριμάτσες αγωνίας να συνωστιστούμε μπρος τα πόδια τους για να γελάσουν και να νοιώσουν ξενοιασιά. Και τα μικρά τους με μανία τρομερή θα θέλουν να μας πιάσουν «για να παίξουμε, μαμά!» απ’ τα μικρά μας πόδια και τα χέρια, και ίσως να ξεφύγει και κανένα απ’ την επίβλεψη και με το ράμφος του ανοίξει την κοιλιά μας, να δει αν είμαστε ίδιοι από μέσα.
Κι αφού νυχτώσει και τελειώσει η παρέλαση και μετρηθούμε πόσοι μείναμε κι απόψε, και αποφάμε απ’ τα σκουπίδια και γλαρώσουμε, απάνω στις γωνίες των σπιτιών θα σκαρφαλώσουμε και σιγανά ν’ αρχίσουμε το μοιρολόι και το κλάμα, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε και να σπαράξουνε με ουρλιαχτά και σάλια, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε και να γυρίσουν να σκοτώσουνε αυτόν που ουρλιάζει, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε κι απλώς να κατεβάσουν το κεφάλι.
Να φεύγει η νύχτα και το χάραμα σήμα να δίνει για να κατεβούμε πάλι, μόνο που αντί η μέρα που ξημέρωσε να ‘ναι καινούρια, η ίδια είναι πάλι Κυριακή, η ίδια βόλτα, οι πλατείες, τα κουλούρια και το σμπρώξιμο στη γκρίζα και καφέ αυτή πόλη, τα εντόσθια απ’ τους δρόμους καθαρίστηκαν και τα κεφάλια των ανθρώπων καθαρίστηκαν κι αυτά από τη μνήμη, τα στόματα ορμάνε στην τροφή απ’ τον ουρανό και ως τη νύχτα που θ’ αναγκαστούμε ν’ ακουμπήσουμε τον δίπλα μας, κανένας μας δεν ξέρει πια κανέναν.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2011

ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ JOHN EDWARDS



Είμαι γέρος. Είμαι μόνος. Είμαι άσχημος.
Είμαι πότης. Είμαι πούστης. Είμαι ένας ζωγράφος.
Francis Bacon (1909-1992)


I.      ΠΡΟΦΙΛ, ΑΡΙΣΤΕΡΟ

Σ’ έχω εκεί, απέναντί μου, χωμένα τα τρία μέλη σου στον χώρο. Είμαι γέρος πια κι όχι γερός. Ποτέ δεν ήμουνα. Έχω και πρόσωπο, κάποιοι με παίρνουνε στα σοβαρά.
Όπως σε βλέπω καρφωμένο, θυμίζεις αναπόφευκτα αψεγάδιαστο σφάγιο πάνω στον γάντζο κι απ’ το γαλάζιο φόντο σου μ’ ελπίδα περιμένω κάποιον νεαρό μα γυμνασμένο απ’ τη δουλειά και τρισχαριστωμένο, γλυκερό χασάπη, για να σε ξεκρεμάσει και να ρωτήσει με χωριάτικη, έμφυτη ευγένεια «Για σούπα ή για ψητό;».
Όταν δε ζωγραφίζω πίνω. Κρασί σε παμπ, κρασί σε ρεστοράν, κρασί και μόνος μου στο δρόμο, αν και απαγορεύεται -σου λέω- πια. Αλλά εσύ δεν ξέρεις.
Ζωγράφισα προχθές και κάτι ακόμα αντί ν’ ασχοληθώ με ‘σένα και τα μέλη σου, δεν ήθελα, φοβήθηκα, ήτανε βράδυ και είχα ήδη κάνει εμετό απ’ το ποτό, δεν ήταν ώρα, έκατσα κι έφτιαξα λοιπόν μ’ ωραία χρώματα, σαν τη φωτιά, ένα σκυλί, μ’ έξω τη γλώσσα και δόντια ολόασπρα, φανταχτερά. Πόσο εύχομαι να ‘χα πετύχει έτσι, ολόιδια και το δικό σου στόμα. Μ’ αρέσουνε τα στόματα, είν’ όμορφα. Έχουνε χρώματα ζωηρά ανάμεσα στα χείλη και τα δόντια, τα ούλα μόνο έχουνε χίλιες αποχρώσεις, μα τα δικά μου στόματα –αυτά που ζωγραφίζω, ανίδεε, εγώ έχω μόνο ένα- πάντα τα κάνω μαύρα, ξέρεις το γιατί; Γιατί ποτέ δεν πέτυχα σωστά, όπως το θέλω, ούτε ένα.

II.   ΑΝΦΑΣ

Σκέφτομαι πως καμιά φορά, αν μου μιλούσες, σίγουρα θα ρωτούσες με αναίδεια αν πράγματι νομίζω ότι μοιάζουνε αυτά τα εκτρώματα που φτιάχνω με ανθρώπους κι όταν θα σου ‘λεγα πως ναι, αυτό ακριβώς νομίζω, θα γέλαγες ειρωνικά, θα μου ‘δειχνες τον κώλο σου χτυπώντας τον σαν μια μαϊμού και θα ‘λεγες πιο φωναχτά κι αναίσχυντα «Να! Να τα διαβολικά σου ανδρείκελα θαρρώ πώς μοιάζουνε!».
Τότε κι εγώ θα έκανα πως θύμωνα και θα πετούσα σκούρες κόκκινες σταλαγματιές από μπογιά σαν αίμα, πάνω στο λάθος μέρος του καμβά, εκεί που μια τυχαία ανακάλυψη λόγω της φτώχειας με οδήγησε να γρατζουνάω πάντα τα πινέλα μου, τάχαμου ζόρικα και πονεμένα, μα μέσα μου σαν τρελός τράγος θα διασκέδαζα, γιατί μ’ αυτά σου τα καμώματα τα χρώματά μου θ’ αποκτήσουν μία πρόστυχη, σατυρική και ζωηρή χαρά.
Φτωχός αυτός που έπειτα θα δει τον πίνακα, θ’ αναρωτιέται με κρυφή την σιγουριά, τι τρομερό οραματίστηκα και σε τι δίνες έπεσα με το μυαλό μου για να τον δημιουργήσω!
Δεν είναι απλά φανταστικό αυτό το ευτυχές ατύχημα;

III. ΠΡΟΦΙΛ, ΔΕΞΙΟ

Καμιά φορά όταν δεν έχω πια κανέναν γύρω μου και θέλω πώς και τι να ζωγραφίσω, με αηδία αντικρίζω την εσχάτη όλων των λύσεων. Με σιχαμάρα έκδηλη, απέναντί μου, κοιτάζω πίσω απ’ τα χαλάσματα, ξερές μπογιές, πανιά κι άδεια μπουκάλια, τ’ οργανωμένο χάος μου, βασίλειο απ’ τα λίγα και ξεχωρίζω στο ημίφως με τα μάτια μου μισόκλειστα ένα οβάλ, σκούρο βελούδο μπλε, σαν φάντασμα, με τρία πόδια να στηρίζεται και να κοιτάει πίσω.
Μ’ ανατριχίλα καταπίνω τον καπνό απ’ τo τσιγάρο μου, βάζω στο χθεσινό περίσσευμα του λερωμένου ποτηριού μου μια απ’ τα ίδια κι ανάλογα τα κέφια των νευρώνων που ορίζουνε τα χέρια και τα μάτια μου, σβήνω ή ανάβω βλαστημώντας κι άλλα φώτα.

Ταινίες έχω δει πολλές. Φωτογραφίες πιο πολλές. Χέζω τη φαντασία, την υποτιμώ. Τραβάω το μπλε βελούδο ξαφνιασμένα κι είμαι έτοιμος κι ωμός, χωρίς αισθήματα, σαν αστυνομική φωτογραφία και σα νερό, περιπλανώμενος, πάντα στη λάθος μεριά, σκάβω και θάβω γκροτέσκα αυλάκια, πάνω στο πρόσωπό μου που μισώ.

Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2011

Μπλουζ





Τίποτα δε μπορώ να κάνω.

Εσύ με παράτησες και σκαρφαλώνεις.

«Θα κατέβω αύριο να σε δω» μου είπες.

Μα πρέπει να ‘ρθω ως τους πρόποδες

και όταν πέσει ο ήλιος.

Γιατί πιο πριν δε θα ‘σαι εκεί.


Και τηλέφωνο με πήρες

-   δυο φορές -

αλλά και πάλι εγώ δεν πείστηκα.


Ή μάλλον πείστηκα

και πίστεψα

αγάπες και λύπες και λατρείες

αλλά αυτή η μπάσταρδη η πίκρα απ’ το λαρύγγι μου δε φεύγει.


Και όσο γράφω τώρα

τόσο γεμίζει η μπανιέρα του λαιμού μου

κι αν κρατηθώ

ίσως και να μην ξεχειλίσει.


Κι αν κρατηθώ

ίσως ρουφήξω πίσω αυτή τη σήψη,

που ανάθεμα το σιντριβάνι που την ξεπετάει

κάθε φορά που μ’ ενοχλείς,

που ενοχλούμαι,

που ντρέπομαι ή δέρνομαι,

κάθε φορά που σκέφτομαι

πόσο άλλα τα περίμενα

και πόσο άλλα ήρθαν.


Ίσως κατέβει η στάθμη

της σαπίλας που ‘χω στο λαιμό

κι άμα κατέβει

μπορεί να πάρει και μαζί της

τη μαυρίλα

που ‘χω στο μυαλό.


Μπορεί να είπα

σ’ αυτόν που ρώτησε

ότι προέρχεται από ορμονικές εκκρίσεις,


«Εκείνες οι μέρες, καλέ μου, ξέρεις τωρα!»


Αυτό που ξέρω όμως  εγώ

κι αυτό που είναι αλήθεια

είναι ότι οι σαπίλες

κι οι μαυρίλες

κι άσχημες μυρωδιές,

καπνοί τραχείς

και κεραυνοί,

βροχές

 και σύννεφα,

  όλα,  

τις λέξεις σου

έχουνε πηγή,

μωρό μου.


Ναι, 
μου το ‘πες πάλι πριν,

ευθύνη εσένα δε βαραίνει.


Όταν ο ήλιος δύσει

τότε είναι η ώρα,

η καθορισμένη.


Δε φταις εσύ γι’ αυτό.

Ούτε που «επάνω»

τα τηλέφωνα είναι απαγορευμένα

και πρέπει

να κρυφτείς για να με πάρεις.


Ούτε που δε μπόρεσα

 να ‘ρθω πιο νωρίς ν’ ανέβω κι εγώ

«πάνω».


Ούτε που έπρεπε να τον γνωρίσεις.

Αφού στο ζήτησαν.


Κι ούτε που ήθελες

 να δεις πώς είναι, φταις.


Δεν είσαι εγώ που δε χρειάζεται να δω.

 Που ξέρω.


Όλα τα ξέρω.

 Και πως αυτό που σκέφτομαι

δεν είναι σωστό,

κι αυτό το ξέρω.


Όλα μες το κεφάλι μου όμως, γλύκα,

τ’ ακούω λογικά.


Και μία είναι η φράση που ‘ρχεται.


Σιγά σιγά.


Ή γρήγορα.


Πάντα η ίδια σχηματίζεται.


Για ν’ απαντήσει στα

«τότε, γιατί όλα αυτά;»




«Πόσο υπέροχα

 θα ήτανε, μωρό μου,

 άμα

 δεν

 ήθελες

να

πας»

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Ένα. Δύο. Τρία.




Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.
Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.
Πάλι.
Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.
-Όσο και να το κάνω τίποτα, διάολε! είπε φωναχτά κι ευχήθηκε να μην είχε ξυπνήσει το Κουραμπιέδι, γιατί μετά δε θα το ‘πιανε ύπνος και θα ‘πρεπε να το βγάλει βόλτα μες το χάραμα. Σήκωσε διακριτικά το κεφάλι του και κοίταξε έξω απ’ το δωμάτιο, ακριβώς στη γωνία του μπάνιου με το χολ. Εντάξει δεν είχε κουνηθεί καν.

-Σιγά μην κουνιόσουνα τεμπέλικο, σήμερα περπάτησες ένα τέταρτο πάνω απ’ το κανονικό και ψόφησες! Μωρέ τι μου ‘ρθε να σε πάρω εσένα, παιδί να γένναγα μόνος μου λιγότερη φροντίδα θα ‘θελε! είπε πάλι λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά με την κρυφή ελπίδα ο σκύλος να τον ακούσει και να φιλοτιμηθεί να του ρίξει έστω μια ματιά, εκείνος όμως συνηθισμένος στις συχνές αϋπνίες του Ορέστη Σταχτάρα γύρισε απλώς πλευρό ρουθουνίζοντας.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Ούτε για πλάκα. Πάλι τα ίδια, για πέμπτη φορά μέσα σ’ αυτήν την έρμη τη βδομάδα που δε με πιάνει ύπνος. Και να πεις ότι είμαι ξεκούραστος; Πού τέτοια τύχη; Σκατά. Σήκω. Μάλιστα. Έτσι μπράβο.

Οι μεταμεσονύχτιοι και όχι μόνο διάλογοι με τον εαυτό του ήταν πλέον συχνό φαινόμενο και δεν τον τρόμαζαν πια. Στην αρχή είχε ανησυχήσει βεβαίως ειδικά όταν το παρατήρησε η Αρχοντή, στο γραφείο.

-Να, είναι σα ν’ ανοίγεις σοβαρή κουβέντα, κύριε Ορέστη, μόνο που μιλάς κι απ’ τις δυο μεριές εσύ, του είπε όταν τη ρώτησε τι εννοεί.

Στην αρχή δεν την πίστεψε, ύστερα όμως έπιασε τον εαυτό του κάνα δυο φορές να παραμιλάει και σκιάχτηκε.

«Ρε λες να τρελαθήκαμε στο άνθος της ηλικίας μας; Καλά καλά δεν έχουμε πατήσει τα πενήντα πέντε ρε Ορέστηηη!» σκεφτόταν και κλαιγότανε για κάμποσο καιρό μέχρι που απ’ τον τρόμο του μήπως τα χάνει και με την παρότρυνση της Αρχοντής που τον πρόσεχε, όσο να πεις, γιατί παιδιά δεν είχε, να κάπως σαν πατέρα της, πήρε τηλέφωνο τον φίλο του τον γιατρό και του είπε το και το.

Πόσο γέλασε ο γιατρός με τον τρόμο του Σταχτάρα! Τον ήξερε χρόνια πολλά και ήξερε τι περίεργος και στραβός ήταν και υποχόνδριος όσο δεν πάει. Ήξερε επίσης ότι ο μόνος άνθρωπος που κατάφερε να κάνει αυτό το στραβόξυλο συμβιώσιμο με κανονικούς ανθρώπους και να το εντάξει στην κατηγορία αυτών που ανήκουν στο κοινωνικό σύνολο, ήταν η μακαρίτισσα η γυναίκα του η Χρυσάνθη, το χρυσάνθεμο, όπως την έλεγε και ήξερε ότι από τότε που την έχασε ένιωθε πάλι μόνος κι έρημος και πιο στραβός από τα πριν.

-Μη φοβάσαι ρε χέστη, δε σου ‘στριψε, του ‘πε γελώντας ο γιατρός αφού τον εξέτασε, πιο πολύ για το κέφι του παρά για να βρει κάτι λάθος.

-Ε και τότε ρε κομπογιαννίτη γιατί κάνω μίτινγκ μόνος μου; Με τι κουβεντιάζω, με το συκώτι μου;

-Γέρασες, Σταχτάρα, κι όχι μόνο είσαι στραβός από γεννησιμιού σου, σε χτυπάνε κι οι ρευματισμοί. Χάλια είναι τα νεύρα σου.

-Σοβαρέψου, τράγο.

-Καλά. Να σου πω τώρα ποιο είν’ το θέμα σου. Είσαι μόνος σου ρε κούτσουρο. Τέσσερα χρόνια τώρα επί καθημερινής βάσεως ανταλλάσεις δυο-τρεις κουβέντες μόνο με την Αρχοντή, ας ειν’ καλά το κορίτσι και δε φτάνει μόνο αυτό, τη δουλειά σου έχει δυο χρόνια που την κάνεις με αλληλογραφία, έμαθες και το ίντερνετ, τρομάρα σου! Τι περιμένεις μυαλό είν’ αυτό θα τσινίσει. Δεν είναι μαθημένο στις μοναξιές!

-Και τι προτείνεις ρε Φρόυντ, πάρω καμιά ομάδα μπάσκετ μες στο σπίτι να μιλάμε όποτε μου κάνει κέφι;

-Άκου να δεις στριμμένο άντερο δική σου είναι η ζωή και κάν’ την ό, τι στον κόρακα θέλεις, εγώ ένα μόνο θα σου πω. Μπορεί τώρα να μην έχεις τίποτα παρά μόνο την γκρίνια και την υστερία σου, μπορεί να είσαι λοιπόν γερός σα βόδι, αλλά αύριο μεθαύριο άμα συνεχίσεις έτσι θα σου στρίψει στ’ αλήθεια.

-Α, να σου πω…

-Ναι, βρε, ξέρουμε, πάντα έτσι ήσουνα, δε σήκωνες πολλά πολλά, δεν ήθελες σούρτα φέρτα και τα τοιαύτα, αλλά τότε βρε βλήτο ήσουνα είκοσι χρονών και να μην ήθελες στριμένε, το σώμα σου μόνο του πήγαινε. Και σε χορούς και σε ξενύχτια και γιορτές κι ας γκρίνιαζες στη γωνιά σου, σημασία έχει ότι συναναστρεφόσουν. Μετά ήρθε και το άγιο το χρυσάνθεμο και σ’ έκανε λίγο άνθρωπο, πώς το κατάφερε ακόμα απορώ, και είκοσι χρόνια όλο και κάπου ξεκουνιόσουνα να πας, λίγο να δεις κάναν άνθρωπο, να πεις μια ξινισμένη καλησπέρα όλο και κάτι έκανες. Δεν έκανες;

-Έκανα.

-Τώρα τι κάνεις;

-Τι κάνω, ντε;

-Τίποτα, βρε κεφάλα, τίποτα.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Σα να ‘χεις δίκιο, μου φαίνεται.

-Βέβαια έχω.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Για λέγε λοιπόν, έριξε τις άμυνές του ο Σταχτάρας.

Ξεκαρδίστηκε από μέσα του ο γιατρός μα το ‘παιξε σοβαρός και αδιάφορος να τον ψήσει λίγο ακόμα τον κυρ-Ορέστη, έτσι για να μάθει.

-Σαν τι να πω, δηλαδή;

-Ε συνέχισε αυτό που έλεγες…

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Για το μυαλό μου…

-Ε ναι, σου είπα, συνέχισε το παιχνίδι ο γιατρός, αν συνεχίσεις έτσι θα σε φωνάζω Γκόλφω!

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.


Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Φυσούσε ξεφυσούσε ο Ορέστης Σταχτάρας, αυτό που ήθελε να ρωτήσει και τον έκαιγε δεν έβγαινε απ’ το στόμα του. Μετρούσε μέχρι το εφτά κι έλεγε στο μυαλό του, μόλις φτάσει, θα ρίξει τα μούτρα του να ρωτήσει αλλά μπα.

Τον είδε έτσι ο γιατρός που σα να είχε κοκκινίσει απ’ το ζόρι και, τι να κάνει, τον λυπήθηκε τον φίλο του, γιατί μπορεί να ‘ταν παράξενος και γκρινιάρης αλλά κακός δεν ήτανε. Μπορεί να ήταν δύσκολος αλλά σαν το μυαλό του Σταχτάρα σπάνια έβρισκες έξω. Ο καλύτερος ιδιωτικός ντετέκτιβ στη Βόρειο Ελλάδα με χιλιάδες λυμένες υποθέσεις στο συρτάρι του, εκατοντάδες απ’ αυτές σοβαρές, εξωτερικός συνεργάτης της αστυνομίας παρ’ όλο που δεν του άρεσε και δεν παινευόταν γι’ αυτό. Ο Ορέστης ο Σταχτάρας είχε στείλει μέσα ολόκληρη σπείρα αρχαιοκάπηλων, είχε εξαρθρώσει συμμορία εμπόρων ναρκωτικών με παρακλάδια που απλώνονταν σ’ όλη την Ελλάδα και περνούσαν στα Βαλκάνια και την Ιταλία κι όλα αυτά ολομόναχος. Πώς να δουλέψει άλλωστε με άλλον άνθρωπο; Τώρα χρειαζόταν για μια φορά βοήθεια που στο κάτω κάτω ο γιατρός ήταν υποχρεωμένος να  παρέχει και να, που δε μπορούσε να τη ζητήσει! Εντυπωσιακό!

-Άκου να δεις Σταχτάρα, είναι κατακαλόκαιρο. Ο κόσμος είναι συνέχεια έξω. Ακου να δεις τι θα κάνεις, θα βγαίνεις δυο ώρες περίπατο την ημέρα, κατά τις 8 που πέφτει ο ήλιος.

-Με περπάτημα θα σωθώ, γιατρέ μου; ρώτησε ειρωνικά ο δικός μας, μέσα του όμως ανάσαινε με ανακούφιση που του ‘δωσε την πάσα ο άλλος.

-Άσε τα χαζά σου και πρόσεχε. Πρέπει να αποκτήσεις συναναστροφές. Θα βγαίνεις έξω, θα πάρεις τηλέφωνο αυτήν την καημένη την αδερφή σου που μαθαίνει τα νέα σου από την Αρχοντή, θα της κάνεις και μια επίσκεψη όταν νιώσεις έτοιμος. Ύστερα θα έρχεσαι μια φορά τη βδομάδα που μαζευόμαστε οι παλιοί στο σπίτι και πίνουμε κάνα τσίπουρο, και μην τολμήσεις να μου πεις μα και μου γιατί θα σε πάρει ο διάολος.

-Μάλιστα, ντόκτορ.

-Το να μιλάς μόνος σου δεν είναι κακό.

-Καλά.

-Καλάθια! Φύγε τώρα, έχουμε και δουλειές.

-Α, να σου πω, ξεγάνωτε, όλα κι όλα! Παραπήρες θάρρος.

-Συγνώμη, παρασύρθηκα, είπε μετανιωμένος που το παρατράβηξε ο γιατρός.

-Άιντε, γέλασε που τον είδε να μαζεύεται ο Ορέστης, χαλάλι σου! Φεύγω και να με πάρεις τηλέφωνο! πρόσταξε, αντί για ευχαριστώ.

«Τι τρελός άνθρωπος!» σκεφτόταν όσο τον ξεπροβόδιζε και του ‘δινε το χέρι ο γιατρός.

-Απίστευτος! μονολόγησε κι έκλεισε την πόρτα.

Ξαφνικά σαν κάτι να θυμήθηκε, την ξανάνοιξε και τον είδε δυο βήματα παραπέρα.

-Ε, Απίστευτε Σταχτάρα, του φώναξε κι εκείνος γύρισε.
 Ξέχασα να σου πω. Να πάρεις σκύλο.


Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

Sweet Sixteen



Μου είχαν δώσει τις μπάλες της προθέρμανσης να τις έχω στο δικό μου αμάξι για το αυριανό παιχνίδι. Δεν ξέρων γιατί σε ‘μένα, συνήθως δε με βάζουν ν’ ασχολούμαι με τέτοιες δουλειές γιατί ξεχνάω τα ραντεβού  ή δεν ξυπνάω αρκετά νωρίς για να ‘μαι στην ώρα μου. Έτσι έγινε κι αυτή τη φορά.
Μπήκα τρέχοντας στο κλειστό γήπεδο φορώντας ακόμα τα γυαλιά μου και κρατώντας το δίχτυ με τις μπάλες. Η προθέρμανση είχε ήδη αρχίσει αλλά ευτυχώς ο προπονητής (που είναι αδερφός της μάνας μου και συνεπώς θειος μου, ένας χαζούλιακας σφίχτης) είχε άλλες ασχολίες, σημαντικότερες απ’ το να κάνει φασαρία ως συνήθως για τα δεκαπέντε λεπτά της αργοπορίας μου. Παράτησα λοιπόν κι εγώ το δίχτυ κοντά στους πάγκους κι εξαφανίστηκα αμέσως. Κανείς δεν ψάχνει το μπελά του κυριακάτικα με λίγο ύπνο και χωρίς καφέ.
Α, καφές! Το κυλικείο του γηπέδου έχει έναν απαίσιο, φθηνό, του κιλού, να σου πω όμως ένα μυστικό; Εμένα η κυριούλα που το ‘χει με συμπαθεί και μου βάζει απ’ τον καλό, με δυο γεμάτες ως απάνω, ξεγυρισμένες κουταλιές! Έναν τέτοιον θέλω τώρα, για να στρώσω.
Εκεί έξω υπάρχει μια αναστάτωση, δε μπορώ όμως να καταλάβω το γιατί.
Θα πρέπει να κοιμάμαι ακόμα γιατί δεν κατάλαβα επίσης πότε βρέθηκα, αντί να πίνω τον καφέ που μόλις παρήγγειλα, να βοηθάω δυο κορίτσια να κουβαλήσουν κάτι χαρτόνια για την ετήσια εκδήλωση της ομάδας.
«Άντε μανάρι μου, εσύ που ξες το χώρο, άιντε να βοηθήσεις τις κοπέλες»
Η κυριούλα; Κάποιος που καθόταν εκεί γύρω; Ούτε που θυμάμαι ποιος μου το ‘πε. Το ‘κανα όμως.
Άρχισα να λειτουργώ μόλις αναγκάστηκα να επικοινωνήσω με τα κορίτσια.
«Πού πρέπει να τα πάμε;»  με ρώτησε η μία απ’ αυτές.
«Ε, στην αποθήκη, μάλλον. Τουλάχιστον προσωρινά» απάντησα παρατηρώντας την κοπέλα που μίλησε. Ήταν χαριτωμένη. Μελαχρινή με σκούρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Είχε ωραίο στόμα. Χείλη μεστά και κάτι δόντια άσπρα και μεγάλα. Ήταν ευχάριστο να τη βλέπει κανείς.
Αφήσαμε τα χαρτόνια στα σκοτεινά γιατί η λάμπα της μεγάλης αποθήκης ήταν γι’ ακόμη μια φορά καμένη. Η μελαχρινή κοπέλα άναψε την οθόνη του κινητού της και κοίταξε τα πράγματα που φέραμε.
«Έχει κι άλλα, ε;» ρώτησε.
«Ναι, άλλη μια διαδρομή» απάντησε το άλλο κορίτσι «Πήγαινε εσύ με τ’ αμάξι να τα πάρεις απ’ το τυπογραφείο κι εγώ θα ετοιμάσω τον χώρο εδώ πέρα. Θα με βοηθήσεις, ε;» γύρισε σ’ εμένα.
Την κοίταξα. Τα μαλλιά της ήταν μαζεμένα σ’ έναν κότσο, πρόχειρα, στην κορυφή του κεφαλιού της και κάτι ατίθασες τούφες που είχαν δραπετεύσει απ’ το σύνολο, πετούσαν δεξιά κι αριστερά.
«Βέβαια! Αφού πιούμε πρώτα μια γουλιά καφέ!» απάντησα ευδιάθετα.
«Τέλεια!» είπε και μου χαμογέλασε πίσω.
Πήραμε τους καφέδες μας απ’ το πάσο που ήταν αφημένοι.
«Για πες εσύ που ξέρεις, μανάρι μου, πώς θα γίνει να βάλουμε λίγο φως εκεί μέσα για να κάνουμε τη δουλειά μας, αφού βέβαια πιούμε πρώτα μια γουλιά καφέ;» με ρώτησε γελώντας.
«Κάτι θα κάνουμε και για ‘σας!» της αντιγύρισα στον ίδιο τόνο κι άφησα τον έρμο καφέ μου αφού όμως πρώτα τράβηξα μια γενναία ρουφηξιά.
Μπήκαμε στη σκοτεινή αποθήκη, εγώ μπροστά μ’ εκείνη πίσω μου.
«Κάπου υπάρχει μια κούτα με λάμπες θαμμένη εδώ μέσα, για να τη βρούμε όμως θ’ ανάψουμε το φως από ένα μικρό, τόσο δα δωματιάκι, κάτι το οποίο βέβαια είναι αρκετά δύσκολο γιατί οι διακόπτες δυστυχώς βρίσκονται ψηλά, πίσω από μια βιβλιοθήκη. Επίσης δε μπορούμε να μπούμε μέσα μέσα στο δωμάτιο γιατί ακριβώς μπροστά απ’ την πόρτα έχει πολλά πολλά κουτιά.»
«Αα…»
«Κοίτα, λοιπόν, τι θα κάνουμε. Θα πατήσω εγώ πάνω σ’ αυτό» είπα και έδειξα έναν πάκο χαρτιά «και θα τραβήξω το τελευταίο ράφι της βιβλιοθήκης που δεν είναι βιδωμένο για να γείρει, εντάξει; Εσύ θα περάσεις κάτω από τα χέρια μου…»
«Ανάμεσα;»
«Ναι, και θα πατήσεις κι εσύ πάνω στα χαρτιά, θα βάλεις το χέρι σου πίσω από το ράφι και θ’ ανοίξεις το φως. Οκέι;»
«Γιαβόλ μάιν κομαντάντ!» είπε και με χαιρέτησε στρατιωτικά.
Πράγματι, ανέβηκα στον πάκο και τράβηξα με τα χέρια μου το ράφι. Ύστερα το κορίτσι πάτησε ανάμεσα στα πόδια μου κι ανέβηκε μπροστά μου.
Έσκυψα διακριτικά και μύρισα το άρωμά της. Έλα, παραδέξου το, το κάνεις κι εσύ. Πόσες φορές δεν έχεις κρατήσει την αναπνοή σου για να εισπνεύσεις λίγα δευτερόλεπτα αργότερα με δύναμη το άρωμα του κοριτσιού με το οποίο πρόκειται να διασταυρωθείς; Και πόσες φορές δε χαμογέλασες χαζά συνεχίζοντας να περπατάς, αφού το έκανες;
Έτσι κι εγώ. Τη μύρισα κλείνοντας τα μάτια, όσο εκείνη έψαχνε τους διακόπτες.
«Ουφ, δεν το βρίσκω!» γκρίνιαξε απότομα και μ’ έβγαλε απ’ τις σκέψεις μου. «Τα παρατάω, γέμισα σκόνες» είπε και γύρισε απότομα πρόσωπο προς εμένα.
«Εντάξει, θα το βρω εγώ» απάντησα και άφησα το ράφι στη θέση του, περιμένοντας από ‘κείνη να τραβηχτεί στην άκρη. Εκείνη όμως δεν κουνήθηκε. Έμεινε εκεί που στεκόταν, πάνω στο πακέτο με τα χαρτιά, εκεί που στεκόμασταν κι οι δυο, μέσα στο μισοσκόταδο.
Ούτ’ εγώ κουνήθηκα. Δεν είναι ότι περίμενα να φύγει από τη μέση πια. Κάτι άλλο συνέβαινε εκείνη την ώρα.
Το μικρό, παραγεμισμένο δωματιάκι φωτιζόταν  από δύο μόνο ακτίνες φωτός που σκερτσόζικα έμπαιναν μέσα, από δυο τρυπούλες, χαραμάδες ανάμεσα στους πύργους χαρτούρας που φτάναν μέχρι το ταβάνι κι όπως για ‘μένα είναι φυσικό δε μπόρεσα να μην παρατηρήσω πως οι σκονίτσες που χορεύαν στον αέρα, πήγαιναν όλο και πιο γρήγορα, νομίζω, κι όσο περνούσανε τα δέκατα του δευτερόλεπτου, που εμένα αλήθεια, να, σου λέω μου φαίνονταν αιώνες, τόσο η ανάσα μου γρηγόρευε. Και η δικιά της όμως. Και ψάχνανε τα μάτια της τα μάτια μου κι εγώ το ένιωθα και πήρα μια βαθειά ανάσα απότομα, έκανα και τις σκόνες να χορεύουν πιο τρελά, να πιάσουνε ρυθμό παράλογο, όπως εκείνη τη στιγμή η καρδιά μου και δίχως να κοιτάω πια ούτε δεξιά, ούτε ζερβά αλλ’ ούτε και ευθεία, έσκυψα μια μπροστά, ελπίζοντας, και φίλησα το στόμα.
Και είναι αυτό το ένα δευτερόλεπτο που ακουμπάς μόνο τα χείλη σου στα χείλη της  και δεν καταλαβαίνεις ούτε άμα σημάδεψες σωστά, ούτε αν δίκαια έχεις καταλάβει ότι σε θέλει και που οι φλέβες σου χτυπάνε τόσο στα μηνίγγια σου την ίδια ώρα που παρακαλάς για νεκρική ησυχία, μήπως κι ακούσεις μιαν ανάσα της που δείχνει δυσφορία για ν’ αποτραβηχτείς αμέσως και ατσούμπαλα και να κοιτάς για ώρα τα παπούτσια σου μέχρι η γλώσσα να λυθεί και να της πεις ψιθυριστά «συγνώμη».
Κι είναι μετά τα επόμενα αυτά τα δευτερόλεπτα, τα πιο ωραία και μοιραία όλων των χρόνων σου, των πριν και των επόμενων και όλες τις φορές που θα θυμάσαι, θα νιώθεις τούτο το γαργάλημα βαθιά μες στο στομάχι σου και παρακάτω κι ένα χαμόγελο θα σκάει πάνω στα χείλη σου που θα ‘ναι ίδιο κύμα.
Θα τα θυμάσαι αυτά τα δευτερόλεπτα που σκέφτεσαι «ουάου!» και λες στη γλώσσα σου «Καλύτερα σε κόβω, κακομοίρα μου, παρά εκεί έξω νά ‘βγεις εσύ πρώτη» και ξάφνου λες και το κορίτσι άκουσε τι σκέφτεσαι, ξαφνιάζεσαι που βγάζει εκείνη τη δική της πρώτη και γλύφει παιχνιδιάρικα το μέσα μέρος απ’ το πάνω χείλι σου και γαργαλιέσαι και τραβιέσαι απαλά και την κοιτάς στο στόμα που έμεινε μισάνοιχτο,  τι δόντια υπέροχα, κι ύστερα ανεβαίνουνε τα μάτια σου χαϊδεύοντας τη μύτη της, φτάνουνε στα δικά της μάτια  και μόλις πια κλειδώσουνε τα βλέμματα, να, σπάει το πρόσωπό σου σ’ ένα τέλειο χαμόγελο, παίρνεις τα πάνω σου, ανοίγεις τα σφιγμένα στη μωβ μπλούζα που φοράει ακροδάχτυλα, ισιώνεις κι άξαφνα έρχεται η ώρα σου να παίξεις.
Ψυχραιμία!

Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Φανάτικ


Έχεις ζήσει ποτέ καταστάσεις που δεν ορίζει ο νόμος της βαρύτητας;

Σ’ έχει ποτέ διαπεράσει σα ρεύμα το βάρος της ευθύνης ακόμα κι αν ξέρεις ότι είναι τεχνητό και κατασκευασμένο για λόγους δημοτικότητας;

Σου έχει έρθει ποτέ επιθυμία να αποκαλύψεις μυστικά που θα χαλάσουν σχέδια και σενάρια αυτών που βρίσκονται πάνω από εσένα;

Σκέφτεσαι ότι θα ήθελες κάποτε να πετάξεις όλα αυτά τα προσωπεία και τις μάσκες που σε κρύβουν απ’ αυτούς που αγαπάς και να τρέξεις κοντά τους;

Είναι στιγμές που επιθυμείς τόσο μα τόσο δυνατά να σπάσεις το τετράγωνο περιβάλλον που σε περιορίζει και που μέσα του νιώθεις αναγκαστικά φυλακισμένος;

Έχεις ποτέ αμφιβολίες ότι οι πράξεις σου είναι άμεσο αποτέλεσμα των δικών σου σκέψεων και επιθυμιών και όχι κάποιου άλλου που σε καθοδηγεί εν αγνοία σου;

Νιώθεις κάπου κάπου ότι παραβιάζεται η ιδιωτικότητα των ίδιων σου των συλλογισμών, που μανιωδώς κρατάς κρυφούς ακόμα κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό;

Σου φαίνεται ότι για αποφάσεις που αφορούν το μέλλον σου, ο λόγος σου δεν έχει καμία απολύτως βαρύτητα;

Βρίσκεις ότι ανά περιόδους οι πεποιθήσεις σου από συντηρητικές μεταλλάσσονται σε υπερ-προοδευτικές και τις καμουφλάρεις ως σύμπνοια με το ρεύμα, χωρίς να έχεις καταλάβει ποιο είναι αυτό το ρεύμα τελικά;

Θεωρείς ότι έχεις κάτι που σε κάνει διαφορετικό από τους άλλους κι αυτό κάποια στιγμή της ζωής σου σε τρόμαζε;

Έχεις το θάρρος της ύπαρξής σου όντας ενταγμένος σε ένα σύνολο που εμπεριέχει κι άλλους σαν κι εσένα, με κοινούς στόχους και ιδανικά, που είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν, ερχόμενοι ακόμα και σε σύγκρουση, άλλες παρόμοιες ομάδες με διαφορετικούς στόχους;

Γνωρίζεις άτομα των οποίων το όνομα ή το παρατσούκλι παραπέμπει σε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εμφάνισης ή της φυσιολογίας τους;

Μήπως είσαι και ο ίδιος ένα τέτοιο άτομο;

Συνειδητοποιείς ότι δε χρειάστηκε ποτέ ν’ ανησυχήσεις τραγικά για τα οικονομικά σου;

Έχεις την τάση να βρίσκεσαι σε χώρους όπου συμβαίνουν τρομερά γεγονότα;

Βλέπεις πού και πού όνειρα ή έχεις οράματα με παράλληλα σύμπαντα και επικίνδυνα άλτερ έγκο;

Έχεις συναντηθεί με πληθώρα ατόμων, που για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνεις, είναι σημαντικοί για το ρουν της Ιστορίας όπως: πρόεδροι κρατών, ηθοποιοί, συγγραφείς, σκηνοθέτες, μυθολογικά όντα, τον Θεό;

Έχεις μπλεχτεί ποτέ σε ιστορία που από την αρχή της σου φαινότανε γνωστή και μάλιστα εμπεριείχε και το νεώτερο εαυτό σου μέσα;

Νιώθεις την απελπισία μήνα παρά μήνα;

Βρίσκεσαι συχνά στο χείλος του γκρεμού κι όμως επιβιώνεις;

Είσαι άνδρας με θεληματικές γωνίες, σπιρτόζικα μάτια και καταπληκτικά μαλλιά ή γυναίκα με ανομολόγητα υπέροχο σώμα, φλογερά χείλη και καταπληκτικά μαλλιά ή ακόμα και ανθρωπόμορφο κτήνος με μύες από πέτρα, ωραία δόντια και όχι τόσο καταπληκτικά μαλλιά;


Αν έχεις κάποια απ’ αυτά τα χαρακτηριστικά ή και όλα, τότε μόνο ένα πράγμα είναι σίγουρο για ‘σένα…


ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΔΟΝ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ ΑΝΗΚΕΙΣ ΣΤΟ ΣΥΜΠΑΝ ΤΗΣ MARVEL…!

και σίγουρα όχι στα μικρά παράλληλα σύμπαντα που συμβολίζει, τα οποία τυγχάνει να ανήκουν στον ρεαλιστικό κόσμο, τον κόσμο που ζούμε γύρω μας καθημερινά, αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει και δεν είναι κι αυτός συμβολικό σύμπαν μέσα στο ανώμαλο, υπερδιεγερμένο μυαλό ενός σπασίκλα δημιουργού που σφετερίζεται φανταστικές εμπειρίες άλλων και τις δανείζει στις μελάνινες μαριονέτες του για να δημιουργήσει σύμβολα που τον αναγάγουν στο ανώτατο, το υπέρτατο Όν, τον παντογνώστη, τον ποταπό παντοκρ…ε! ΑRGH!
ΤΕΛΟΣ

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

άλλη μια Μέρα



Δεν έχω τίποτα να γράψω κι όμως ν’ αντισταθώ δε μπόρεσα κι άνοιξα ένα καινούριο έγγραφο, λευκό στον ίδιο εκείνο Φάκελο μέσα, που κρατάω και τα καλά και τελειωμένα. Συνήθως τα καινούρια τ’ ανοίγω στην Επιφάνεια κι αφού Τελειώσω και Διορθώσω τα Σώζω κι όλα καλά.

Αυτό γιατί το άνοιξα εκεί δεν ξέρω.

Έχει τέσσερις ώρες τώρα που θέλω να το κάνω κι όλο λέω του εαυτού «και τι θα το κάνεις αφού δεν έχεις τι να γράψεις, ε;»

Είναι κι αυτά τα βρωμοπούλια που μου έχουν πάρει το Κεφάλι, μου έχουν πάρει τ’ αυτιά κι είναι για ‘μενα δύσκολο να γράψω άμα δε θέλω κι άμα δεν έχω πιει καφέ και καφέ δεν έχω εδώ και μια βδομάδα. Όλο λέω να πάρω και να πάρω αλλά ποτέ δεν παίρνω και δεν ξέρω γιατί. Δεν είναι ότι το ξεχνάω, όχι πάντα τουλάχιστον, είναι μάλλον που θέλω να ‘χω Κάτι που Πρέπει να κάνω.

Όταν τα πουλιά σταματάνε για λίγο ή για λίγο χαμηλώνει η έντασή τους στο κελάηδημα, γιατί κι αυτά κουράζονται μη νομίζεις, τότε θυμάμαι ότι πρέπει να πάω τουαλέτα, μάλλον απ’ το ζόρι μου και τον εκνευρισμό μου όλη αυτή την ώρα που το κεφάλι μου τιτίβιζε ασταμάτητα κι όπως περνάω έτσι γρήγορα μπροστά απ’ τον καθρέφτη σκέφτομαι πως και μπάνιο πρέπει να κάνω αλλά αυτό τ’ αφήνω για μετά μόλις νυχτώσει και πάνε τα πουλιά για  Ύπνο.

Καμιά φορά έτσι όπως κάθομαι και βλέπω την οθόνη να αλλάζει χρώματα στο ρυθμό του Δείκτη και τα μάτια μου έχουν θολώσει και μερικές φορές ένα-δυο δάκρυα ίσως τρέξουν, μου φαίνεται πως τα Πουλιά κάνουνε τόση πολλή φασαρία που τ’ αυτιά μου πια κάποια στιγμή δε θ’ αντέξουν και θα σπάσουν οι φλέβες και τ’ αγγεία απ’ την πίεση και θα πονέσει και η Μύτη και τα Δόντια και αίμα θα τρέξει απ’ τα ρουθούνια και τα μάτια μου και τους φωνάζω έτσι όπως κάθομαι κι έχω ιδρώσει απ’ τον τρόμο, να κάνουνε ησυχία και να με λυπηθούνε, όχι για πολύ για μια-δυο ώρες, μετά αν θέλουν πάλι ας αρχίσουν.

Κι αν είμαι και σε έξαλλη κατάσταση βλέπω τον τοίχο πίσω μου να τον ρουφάει το υπόλοιπο σπίτι και το υπόλοιπο σπίτι να το ρουφάει το μπαλκόνι κι ένα μπαλόνι να ‘χει γίνει η τηλεόραση κι εκεί που ήτανε κλειστή, ανοίγει ξαφνικά κι όλο φουσκώνει και τα βιβλία πέφτουνε στο πάτωμα και οι σελίδες σκίζονται κι υπάρχει σκόνη, τόση πολλή που όταν αναπνέω πια ακούγεται εκείνο το νιαούρισμα στην πλάτη μου και βήχω κι όλα τα παιχνιδάκια που ‘χω μαζέψει πάνω στο τραπέζι μου κουνιούνται κυκλικά και αν μιλούσανε μου φαίνεται κάτι κακό θα έλεγαν, τα μαξιλάρια ξαφνικά δε με στηρίζουνε, η πλάτη μου λυγίζει και το πόδι μου μαγκώνει και τα Πουλιά βαθαίνουν τα εμβατήρια και γίνεται σκοτάδι από τη σκόνη, η λάμπα μου η κόκκινη ανάβει και σβήνει τόσο γρήγορα και καίνε τα λουλούδια στο σεντόνι, οι μπρίζες σπίθες βγάζουνε και τα ποτήρια του καφέ πηδάνε από ‘κει που τα παράτησα και σπάνε μές στον νεροχύτη και τα παπούτσια που έκλεψα δένονται μόνα τους με ‘κείνα τ’ άλλα που μου κάναν δώρο για το χιόνι και όλ’ αυτά μαζί δεν ξέρω σα να με ηρεμούν εμένα κι όταν συνέρχομαι και τα βάζω όλα στη θέση τους, ρίχνω και μές στα μάτια από δυο σταγόνες, σκουπίζω τον ιδρώτα, πιάνω και την αναπνοή μου και κάνω και δυο εισπνοές με κορτιζόνη και έχει πάει εννιά η ώρα, μόλις που νύχτωσε και τότε βγαίνω στο μπαλκόνι για τελευταία σήμερα φορά να διώξω ό, τι έχει μείνει απ’ τα Εμβατήρια, τις σκόνες, τα πανιά, τα γυάλινα αποσπάσματα, τα πούπουλα και το ζευγάρι που ξεμείνανε πουλιά και μένω εκεί να αναπνέω αργά και σταθερά.

Και βάζω απ’ το παράθυρο το χέρι μου στο μπάνιο κι ανοίγω τη βρύση στο ζεστό να βγει κρύο.

Κάνω κι ένα τσιγάρο.

Κι όπως βρέχομαι έτσι σκέφτομαι, να, άλλη μια Μέρα που τελειώνει.