Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

άλλη μια Μέρα



Δεν έχω τίποτα να γράψω κι όμως ν’ αντισταθώ δε μπόρεσα κι άνοιξα ένα καινούριο έγγραφο, λευκό στον ίδιο εκείνο Φάκελο μέσα, που κρατάω και τα καλά και τελειωμένα. Συνήθως τα καινούρια τ’ ανοίγω στην Επιφάνεια κι αφού Τελειώσω και Διορθώσω τα Σώζω κι όλα καλά.

Αυτό γιατί το άνοιξα εκεί δεν ξέρω.

Έχει τέσσερις ώρες τώρα που θέλω να το κάνω κι όλο λέω του εαυτού «και τι θα το κάνεις αφού δεν έχεις τι να γράψεις, ε;»

Είναι κι αυτά τα βρωμοπούλια που μου έχουν πάρει το Κεφάλι, μου έχουν πάρει τ’ αυτιά κι είναι για ‘μενα δύσκολο να γράψω άμα δε θέλω κι άμα δεν έχω πιει καφέ και καφέ δεν έχω εδώ και μια βδομάδα. Όλο λέω να πάρω και να πάρω αλλά ποτέ δεν παίρνω και δεν ξέρω γιατί. Δεν είναι ότι το ξεχνάω, όχι πάντα τουλάχιστον, είναι μάλλον που θέλω να ‘χω Κάτι που Πρέπει να κάνω.

Όταν τα πουλιά σταματάνε για λίγο ή για λίγο χαμηλώνει η έντασή τους στο κελάηδημα, γιατί κι αυτά κουράζονται μη νομίζεις, τότε θυμάμαι ότι πρέπει να πάω τουαλέτα, μάλλον απ’ το ζόρι μου και τον εκνευρισμό μου όλη αυτή την ώρα που το κεφάλι μου τιτίβιζε ασταμάτητα κι όπως περνάω έτσι γρήγορα μπροστά απ’ τον καθρέφτη σκέφτομαι πως και μπάνιο πρέπει να κάνω αλλά αυτό τ’ αφήνω για μετά μόλις νυχτώσει και πάνε τα πουλιά για  Ύπνο.

Καμιά φορά έτσι όπως κάθομαι και βλέπω την οθόνη να αλλάζει χρώματα στο ρυθμό του Δείκτη και τα μάτια μου έχουν θολώσει και μερικές φορές ένα-δυο δάκρυα ίσως τρέξουν, μου φαίνεται πως τα Πουλιά κάνουνε τόση πολλή φασαρία που τ’ αυτιά μου πια κάποια στιγμή δε θ’ αντέξουν και θα σπάσουν οι φλέβες και τ’ αγγεία απ’ την πίεση και θα πονέσει και η Μύτη και τα Δόντια και αίμα θα τρέξει απ’ τα ρουθούνια και τα μάτια μου και τους φωνάζω έτσι όπως κάθομαι κι έχω ιδρώσει απ’ τον τρόμο, να κάνουνε ησυχία και να με λυπηθούνε, όχι για πολύ για μια-δυο ώρες, μετά αν θέλουν πάλι ας αρχίσουν.

Κι αν είμαι και σε έξαλλη κατάσταση βλέπω τον τοίχο πίσω μου να τον ρουφάει το υπόλοιπο σπίτι και το υπόλοιπο σπίτι να το ρουφάει το μπαλκόνι κι ένα μπαλόνι να ‘χει γίνει η τηλεόραση κι εκεί που ήτανε κλειστή, ανοίγει ξαφνικά κι όλο φουσκώνει και τα βιβλία πέφτουνε στο πάτωμα και οι σελίδες σκίζονται κι υπάρχει σκόνη, τόση πολλή που όταν αναπνέω πια ακούγεται εκείνο το νιαούρισμα στην πλάτη μου και βήχω κι όλα τα παιχνιδάκια που ‘χω μαζέψει πάνω στο τραπέζι μου κουνιούνται κυκλικά και αν μιλούσανε μου φαίνεται κάτι κακό θα έλεγαν, τα μαξιλάρια ξαφνικά δε με στηρίζουνε, η πλάτη μου λυγίζει και το πόδι μου μαγκώνει και τα Πουλιά βαθαίνουν τα εμβατήρια και γίνεται σκοτάδι από τη σκόνη, η λάμπα μου η κόκκινη ανάβει και σβήνει τόσο γρήγορα και καίνε τα λουλούδια στο σεντόνι, οι μπρίζες σπίθες βγάζουνε και τα ποτήρια του καφέ πηδάνε από ‘κει που τα παράτησα και σπάνε μές στον νεροχύτη και τα παπούτσια που έκλεψα δένονται μόνα τους με ‘κείνα τ’ άλλα που μου κάναν δώρο για το χιόνι και όλ’ αυτά μαζί δεν ξέρω σα να με ηρεμούν εμένα κι όταν συνέρχομαι και τα βάζω όλα στη θέση τους, ρίχνω και μές στα μάτια από δυο σταγόνες, σκουπίζω τον ιδρώτα, πιάνω και την αναπνοή μου και κάνω και δυο εισπνοές με κορτιζόνη και έχει πάει εννιά η ώρα, μόλις που νύχτωσε και τότε βγαίνω στο μπαλκόνι για τελευταία σήμερα φορά να διώξω ό, τι έχει μείνει απ’ τα Εμβατήρια, τις σκόνες, τα πανιά, τα γυάλινα αποσπάσματα, τα πούπουλα και το ζευγάρι που ξεμείνανε πουλιά και μένω εκεί να αναπνέω αργά και σταθερά.

Και βάζω απ’ το παράθυρο το χέρι μου στο μπάνιο κι ανοίγω τη βρύση στο ζεστό να βγει κρύο.

Κάνω κι ένα τσιγάρο.

Κι όπως βρέχομαι έτσι σκέφτομαι, να, άλλη μια Μέρα που τελειώνει.  

1 σχόλιο:

  1. όλα καλά κι οι μέρες πάντα θα τελειώνουν

    μα θ'αρχίζουν άλλες

    και καφέ ποτέ να μην ξεχνάς να πάρεις

    (τ'αγάπησα το κείμενό σου)

    ΑπάντησηΔιαγραφή