Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt5 - Σαλονίκη

Lyubov Popova, 1924
Αγωνιζόμαστε εδώ και μέρες να ανακτήσουμε την άδειά μας για μία τελευταία κατάδυση στα πραγματικά πολύ ζεστά νερά του παράξενου αυτού μέρους που ανακαλύψαμε. Η αλήθεια είναι ότι η αποστολή μας έχει τελειώσει και δεν έχει απομείνει τίποτα να μας κρατά επάνω σ’ αυτόν τον γέρικο νερο-πλανήτη, θέλαμε όμως, πριν φύγουμε για πάντα, να επισκεφθούμε για μια φορά ακόμη την τελευταία στάση μας.
Όσο ελέγχω το δωμάτιο με τα δείγματα, να είναι όλα τους κλειστά κι ασφαλισμένα, ακούω απ’ τα ηχεία του θαλάμου τη φωνή της γραμματέως του Προέδρου να ζητά διαβεβαίωση από τη σύζυγό και σύντροφό μου στην αποστολή αυτή ότι δε θα παραληφθεί επ’ ουδενί το τελευταίο σκέλος της επιχείρησης.
«Το γραφείο συντονισμού και ο ίδιος ο Πρόεδρος, σας εφιστούν την προσοχή. Έχουν υπάρξει δείγματα ανυπακοής στο παρελθόν που μας κόστισαν και πλήρωμα και πλοία. Η άδεια σας δόθηκε τιμητικά για την καθόλου αμφισβητήσιμη προσφορά σας μα… Επικαλούμαι μπλε κωδικό για τη συνέχιση της πρότασης»
Μπλε κωδικό; Αυτό σημαίνει ότι αυτό που θα ακολουθήσει είναι απόρρητο. Έχω φτάσει έξω απ’ την αίθουσα επικοινωνιών. Από το συνθετικό διαχωριστικό της πόρτας γνέφω στη σύζυγό μου να επικυρώσει τον μπλε κωδικό.
«Επικυρώθηκε. Έλεγα λοιπόν ότι αν αυτή η αποστολή για κάποιο λόγο δεν ολοκληρωθεί, δε φτάσει δηλαδή στο βήμα δέκα, το πλοίο σας δε θα είναι δεκτό να επιστρέψει στη βάση μας και αν η ζημία που θα επιφέρετε στο σχέδιο Μπέρθλαντ εκτιμηθεί πάνω από 63% η επόμενη δόση ζωτικότητας δε θα σας παραδοθεί ποτέ. Επιβεβαιώνετε ότι συμφωνείτε με τους διατυπωμένους όρους; Εάν ναι, πιέστε το πράσινο μπουτόν. Ευχαριστώ. Η συνδιαλλαγή μας ολοκληρώθηκε. Επόμενη επικοινωνία μας θα λάβει χώρα όταν θα βρίσκεστε εκτός ατμόσφαιρας της Γης. Τέλος επικοινωνίας»

«Έτοιμη για τη βόλτα στη μικρούλα πόλη μας;» ρώτησα χαμογελώντας τη σύζυγό μου κι εκείνη μου έγνεψε ναι με τα μάτια. Ντυθήκαμε τις ειδικές μάσκες μας από επεξεργασμένο λάτεξ και ανοίξαμε τη συσκευή μετασχηματισμού αερίων σε αναπνεύσιμο Ρο. Όσο φορούσαμε τα άκρα-λέπια μας ο θάλαμος εισαγωγής αποσυμπιεζόταν και νερό άρχισε να καλύπτει όλο το πάτωμα. Τα φώτα άρχισαν να αναβοσβήνουν μετρώντας έτσι αντίστροφα την έξοδο και ηχητικό απόσπασμα που επαναλάμβανε τα δέκα βήματα της επιχείρησης έπαιζε στα ηχεία. Η ώρα αναβόσβησε δώδεκα στους ειδικούς αμφιβληστροειδείς της μάσκας, οι προβολείς στο δέρμα μας εντόπισαν την εξωτερική ποσότητα φωτός που λόγω θέσης δορυφόρου σε σχέση με την όγδοη περιστροφή της Γης γύρω απ’ τον Ήλιο δεν ήτανε καθόλου αμελητέα και καθορίσαν για λογαριασμό μας μιαν ακτίνα ομοιόμορφου λευκού φωτός εώς και δέκα χιλιομέτρων. Η πόρτα άνοιξε, ο ιμάντας δέθηκε και η γυναίκα μου έβγαλε το δεξί της πόδι έξω.
Βρισκόμασταν στην κεντρική πλατεία της μικρής μας πόλης. Ευθεία μπρος μας σταματούσε το χτισμένο χώμα απότομα ενώ τριγύρω μας αμφιθεατρικά μεγάλα κτήρια, σαν κυψέλες στοιχισμένα μα όχι τόσο ομοιόμορφα φτιάχνανε έναν διάδρομο κάμποσων μέτρων.
Ο πρώτος μας περίπατος σ’ αυτή την στρόγγυλη πόλη ήταν διασκεδαστικότατος. Λοιπόν ακολουθήσαμε ξανά αυτά τα πρώτα βήματα και πήραμε το τσιμεντένιο δάπεδο που λέγεται ΕγνατίαΔΙΑΦΟΡΑ_ΝΟΥΜΕΡΑ προς το τέλος. Περάσαμε μπροστά απ’ όλες τις προθήκες με τα φωσφορίζοντα ενδύματα που παραδόξως βρίσκονταν στα καταστήματα ένδυσης όλης της πόλης και σταματήσαμε για λίγο στη γωνία, πριν στρίψουμε για να περάσουμε μέσα απ’ τον λατρευτικό χώρο που μοιάζει με χελώνα και τον λένε εκκλησίαΑΓΙΑ_ΣΟΦΙΑ για να θαυμάσουμε τα μόνα δείγματα τροφής των εκλιπόντων που δεν κατάφερε το νερό που κάλυψε τα πάντα να διαβρώσει την οργανική τους σύσταση, κάτι πύργους δηλαδή, με βάση και κορυφή από το ίδιο υλικό και ενδιάμεσα ένα καφέ κομμάτι, υποκατάστατο πρωτεΐνης όπως μας δείξανε οι πρόχειρες μετρήσεις κι ένα κομμάτι κίτρινο που έμοιαζε με ζελατίνη, όλα τους το ένα πάνω στο άλλο όμορφα στοιβαγμένα μέσα σε πλαστικά κουτιά που απ’ έξω είχανε το σχήμα ενός φράκταλ μ’ έξι κορυφές και δίπλα έγραφε macSIMPLE_BURGER. Αυτό μου έφερε αμέσως στο μυαλό ένα μικρό παιχνίδι που επινοήσαμε στον πρώτο μήνα της παραμονής μας εδώ βρίσκοντας στα δεδομένα που υπήρχαν στο δίκτυο του πλανήτη έναν τουριστικό οδηγό. Έκανα νόημα στη γυναίκα μου να ανοίξει την ενδοεπικοινωνία.
Μιμούμενος μια φωνή από το αρχείο, είπα:
«Πίσω από την Αγία Σοφία την εκκλησία, επί της Αλεξάνδρου Σβώλου στον αριθμό 8 βρίσκεται το ... ένα cafe bar που δεν συναντάς συχνά στη Θεσσαλονίκη, γιατί περισσότερο σε παραπέμπει ανάμεσα σε βρετανική pub και γερμανική μπυραρία»
Η σύζυγός μου έγραψε στον αμφιβληστροειδή της μάσκας μου τα ελληνικά γράμματα Π Α Λ Π.
Ύστερα διάλεξα μια άλλη φωνή:
«Μνημείο-σύμβολο της Θεσσαλονίκης, που σήμερα υψώνεται μοναχικός στην παραλία της πόλης»
«Λ Ε Υ Κ Ο Σ Π Υ Ρ Γ Ο Σ»
«Εξαιρετικό ενδιαφέρον για κάθε πολύπλευρη τουριστική περιήγηση και μία ευκαιρία για βαθύτερη κατανόηση της Θεσσαλονίκης των περασμένων δεκαετιών αποτελεί η επίσκεψη στις στοές … Εδώ θα έλεγε κανείς ότι ο χρόνος σταμάτησε και η παράδοση συνεχίζει να είναι βίωμα των σύγχρονων εμπόρων αλλά και πελατών»
«Μ Ο Δ Ι Α Ν Ο Κ Α Π Α Ν Ι»
«Πίτα από φύλλο, με γέμιση συνήθως κρέμα ή τυρί, αν και συναντάται και σε άλλες γεύσεις, όπως με κιμά ή σπανάκι»
«Μ Π Ο Υ Γ Α Τ Σ Α»
«Γιος προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950). Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό Διαγώνιος που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγώνιος. Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε ο λεγόμενος κύκλος των ποιητών της Διαγωνίου»
«Χ Ρ Ι Σ Τ Ι Α Ν Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ»
« Τραγουδιστής, μουσικός και ποιητής. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό ως ο τραγουδιστής του ροκ συγκροτήματος Τρύπες, από το 1984 ως το 2001»
«Α Γ Γ Ε Λ Α Κ Α Σ»

Της έκανα νόημα να σταματήσουμε. Είναι βαρετό αν ο άλλος τα θυμάται όλα κι εκείνη πράγματι είχε κάνει καλή δουλειά με την απομνημόνευση.
Είμαστε εδώ και ώρα πια στα κατεστραμμένα τείχη της πόλης και κοιτάμε ό,τι απέμεινε όρθιο. Η οριστική μας αναφορά εμπερικλείει μια εκτίμηση για το αιτιατό και το αποτέλεσμα που περιλαμβάνει μέσα έννοιες παράξενες όπως πάγος, υπερθέρμανση, τήξη, στάθμη, υπερχείλιση. Και μόνο που τις σκέφτομαι βαριέμαι. Η άνεση με την οποία αντιλαμβάνομαι αυτό το ρεύμα που έρχεται από βορειοδυτικά με κάνει να σκεφτώ πως ίσως θα ‘τανε ωραία αν πετυχαίναμε αυτή την πόλη ζωντανή, με την γυναίκα μου. Νομίζω θα μας ικανοποιούσε όλες τις αισθήσεις μας η μυρωδιά, που λένε πως το αντίστοιχο ρεύμα αέρα που ερχόταν από τον ποταμό Αξιό, έφερνε αφού ήταν έντονη, βαριά και υγρή κι εμάς η όσφρησή μας είναι κατ’ αντίθεση με των κατοίκων του νερο-πλανήτη, συνδεδεμένη όχι με τη γεύση μα με την αφή.
Η ώρα περνά κι εγώ φαντάζομαι την άπνοια που μία τέτοια μέρα και στιγμή θα έπνιγε, όταν βεβαίως ήταν ζωντανή, αυτή την πόλη. Κι αφού τα πράγματα κυλάν σχεδόν το ίδιο, με μόνη διαφορά αυτό το πέπλο από διάφανο υγρό απ’ οξυγόνο κι υδρογόνο, κι εγώ θ’ ακολουθήσω την πεπατημένη οδό, όπως τη διάβασα και έμαθα απ’ τις πλαστικοποιημένες σελιδοποιήσεις μα και τις υπόγειες ίνες. Θα νοσταλγήσω ένα λεπτό ακόμη την ιστορία που δεν έζησα ποτέ – άραγε θα μπορώ να δικαιούμαι αυτόν τον όρο, νοσταλγία, μιας που ποτέ δεν είχα μνήμη των πραγμάτων, μόνο γνώση; Μπορώ ν’ αξιωθώ της ζώσας μνήμης; - θα επιβληθώ στο ταίρι μου ως ALPHA_MALE και θα το σύρω να τελειώνουμε απ’ το όνειρο, έχουμε να τελειώσουμε την πόλη, έχουμε να πατήσουμε μέσα στα σύμπαντα, να ανεβούμε τρεις και τέσσερις διαστάσεις, ν’ απαλλαγούμε από την υβρίδια αντιγραμμένη τους μορφή και μόλις πιάσουμε και φτάσουμε απ’ την ατμόσφαιρα εκτός μια τελευταία προσευχή όπως την λεν οι άνθρωποι θα πούμε, όπως τη μάθαμε από ηχογραφήσεις και βιβλία ενός εντόπιουΙΑΤΡΟΥ_ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΟΥ_ΠΟΙΗΤΟΥ

«Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Α Κ Η Σ»

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να 'ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι


…κι έτσι λευτερωμένοι και γενναίοι θα ενώσουμε τους δεξιούς μας δείκτες πάνω στο κόκκινο κουμπί ώσπου ν’ ανάψει η ένδειξη στο πάνελ:
Ε Κ Κ Ι Ν Η Σ Η Ο Λ Ι Κ Η Σ Κ Α Τ Α Σ Τ Ρ Ο Φ Η Σ






Σάββατο, 4 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt4 - Χουάρες

Fiesta de Los Muertos (Η γιορτή των Νεκρών), Μεξικό

(Δέκα παρά δύο το βράδυ στη Σιουδάδ Χουάρες, στην πολιτεία Τσιουάουα του Μεξικού. Το σκηνικό μία μεταλλική, μεγάλη πόρτα εργοστασίου ερμητικά κλεισμένη και ο δρόμος. Όλα φωτίζονται από τη φωτεινή επιγραφή NF SHOES MAQUILA στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας: μπλε, κόκκινο, άσπρο. Ο καθεδρικός ναός που βρίσκεται στο κέντρο της Χουάρες, χωρίς να φαίνεται σημαίνει δέκα ακριβώς κι ακούγονται τα κουδουνάκια που ορίζουνε το τέλος της βραδυνής βάρδιας. Η πόρτα ανοίγει και με αθόρυβο μα ρυθμικό βηματισμό βγαίνουνε έξω απ’ τη μακίλα οι εργάτριες, όλες γυναίκες, όλες τινάζουνε τα χέρια τους να ξεμουδιάσουν, κάποιες τρίβουν τα μάτια τους, μεγάλες σε ηλικία μόνο καμιά δεκαριά, οι περισσότερες κάτω από τα τριάντα και απ’ αυτές οι μισές κάτω από δεκαεννιά. Όλες μαζί είναι κοντά στις τετρακόσιες. Μόλις κι η τελευταία Μεξικάνα μας περάσει έξω από την πόρτα, χτυπάνε μια το πόδι τους όλες μαζί κι αγέρωχες ανασηκώνουν τις σκυμμένες και αγκυλωμένες από τόσες ώρες σκύψιμο πάνω απ’ τα μηχανήματα πλάτες, στυλώνουνε καυτή ματιά κι ένα ειρωνικό χαμόγελο στους θεατές που τις κοιτάν απορημένοι και αρχίζουνε να τραγουδάνε φωναχτά σε ρυθμό εμβατηρίου ενώ τρεις μαριάτσι τις συνοδεύουν από τον εξώστη)

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!
Viva la fiesta de los Muertos!

Νi una más!
Για ποια από ‘μας
Θα τραγουδήσουνε εφέτος;

Νi una más!
Άμα γυρνάς
Απ’ τη μακίλα μαύρη ώρα

Μη σταματάς
Να μην κοιτάς
Κάτω τα μάτια και προχώρα
ΕΥΑ:

Είμαστε οι εργάτριες
Ένας στρατός από λουλούδια
Στιβαρά

Χάρη σ’ εμάς
Η οικονομία
Προχωρά

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Είμαστε οι γυναίκες της Χουάρες και κάθε βράδυ ξεκινάμε την τιμητική παρέλασή μας για τους προηγούμενους νεκρούς, που ξεκινάει απ’ την πόρτα της μακίλα NF SHOES και καταλήγει γι’ άλλες από ‘μας στα σπίτια τους, τις μάνες τους, τους άντρες τους και τα παιδιά τους και γι’ άλλες, τις πιο άτυχες, στην έρημο του Μεξικού ή και στις πίσω αυλές των παραγκών τους, κάτω από φύλλα λαμαρίνας κι απορρίμματα.

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Κάθε τέλος της βάρδιας, στις δέκα δηλαδή τη νύχτα ξεκινάμε να οργώνουμε, άλλες με πόδια άλλες με ρόδα, τη Χουάρες για επιστροφή, μα την στροφή καμιά φορά αλλιώς την περιμένουμε κι αλλιώς μας βρίσκει. Μες στα σοκάκια λαμπυρίζουνε φωτιές που βγαίνουν από σίδερα κι ύστερα ήρεμα τα φίδια σέρνουνε το θήραμα στις τρύπες.

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Μα και στα σπίτια μας κάτω απ’ τα τσίτια μας κρύβουμε μελανές ζωές, γιατί ματσίσμο και εγωισμός τρώνε από μέσα μας το φως. Αν φέρνεις λίγα είσαι φύρα και κακό, άμα πολλά είσαι μια πούτα ντε λος πέρρος, μία πόρνη πληρωμένη των σκυλιών και άμα σου κάψει ο άντρας σου το πρόσωπο με τον σουγιά του πυρωμένο θα αρέσεις έτσι στον πατρόν;

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες

Για καθεμιά
Με ροζ πανιά
Πάνω στα πρόσωπά τους
Ανοίγουνε το βήμα τους
Δένουνε τ’ ακρωτηριασμένα χέρια τους που αιμορραγούνε
Κόβουνε τη ζερβή θηλή τους με τα δόντια τους
Το δεξιό τους στήθος με μαχαίρι
Σκεπάζονται τις μουλιασμένες σε πετρέλαιο κουβέρτες τους
Κι ανάβουν κόκκινη φωτιά πρώτα στις άκρες των μαλλιών τους
Που απλώνεται αργά αργά στο σώμα τους
Και κοκκινίζουνε φωτίζοντας ευλαβικά
Τα σκοτεινά και βρώμικα δρομάκια της σιουδάδ

Ni una más!
Ni una más!
Ni una más!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες


(Τα φώτα χαμηλώνουν. Οι γυναίκες απομακρύνονται με ρυθμικό βηματισμό. Από τις άκρες της σκηνής, την πλατεία και τον εξώστη δέκα-δώδεκα, ίσως και παραπάνω, άνδρες έρποντας, πατώντας στα νύχια και ακροβατώντας μπαίνουν στο πλάνο, ακολουθώντας τις γυναίκες, οι τελευταίες από τις οποίες που είναι και πιο νέες χασομερούν με πιο αργό βήμα, μιλώντας τάχα μεταξύ τους. Ο φωτισμός γίνεται ψυχρός ενώ η επιγραφή της μακίλα θαμπώνει, όσο οι τρεις νέοι που είναι πιο κοντά στις γυναίκες τις αρπάζουν και τις σέρνουν έξω απ’ τη σκηνή)

ΧΟΡΟΣ β:
Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες

Φέρνουν λεφτά
Κάνουν παιδιά
Αρέσουνε στ’ αφεντικά!

Παράμ παμ παμ
Χα, χα, χα, χα!
Είν’ αδερφές μας και γυναίκες

Είναι παιδιά
Μέχρι τα εφτά
Ύστερα πια ποτέ ξανά


ΧΟΥΑΝ:
Χα, χα, χα, χα!
Τύψη καμιά!
Όταν τις κόβουμε κομμάτια

Πόδια, μαλλί
Δεξί βυζί
Όμορφα, καστανά, δυο μάτια


ΧΟΡΟΣ β:
Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ
Ζήτω οι γυναίκες και τα ζάρια

Τις νύχτες βγαίνουν
Παγανιά
Τ’ αρσενικά τους τα ζευγάρια

Παράμ παμ παμ
Χα, χα, χα, χα!
Κι όσες τολμήσουν να λαλήσουν

Τις κυνηγάμε στα στενά
Τις παίρνουμε στην ερημιά
Τις δίνουμε στ’ αφεντικά
Τις κόβουμε
Τις καίμε

Τρώμε το δέρμα τους
Τρώμε το αίμα τους
Τις σέρνουμε
Τις γδέρνουμε
Τις καίμε

Τις λούζουμε πετρέλαιο
Τις ακουμπάμε στης μακίλα τα σκαλιά
Και τις ανάβουμε φωτιά
Και τραγουδάμε
Σα σκυλιά
Χα, χα, χα, χα!
Οι άντρες της Χουάρες
Χα, χα, χα, χα!
Για τις γυναίκες μας
Τις μάνες μας
Τις αδερφές
Και για τις κόρες μας

Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ!
Παράμ παμ παμ!
Χα, χα, χα, χα!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!

(Οι άνδρες επαναλαμβάνουν τους τελευταίους στίχους όλο και πιο χαμηλόφωνα χτυπώντας με τα χέρια τους το πρόσωπό τους, το στήθος και τα πόδια τους ενώ στον εξώστη φωτίζεται ένα απ’ τα μεγάλα πατρόν, δίνοντάς μας την αίσθηση ότι επικροτεί τον αυτιστικό χορό. Τα φώτα στη σκηνή χαμηλώνουν μέχρι σβήσιμο και μένει μόνο η επιγραφή, το άσπρο φως του πατρόν και ο απόηχος του τραγουδιού: Χουάρες, Χουάρες, Χουάρες)

ΤΕΛΟΣ




Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt3 - Μελβούρνη

Οι Μαορί του β' παγκοσμίου πολέμου, οι ίδιοι που πολέμησαν στην Κρήτη, χορεύουν το χάκα στην τιμητική επιθεώρηση του βασιλιά της Ελλάδας, Γεωργίου Β'. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Χελβάν της Αιγύπτου όπου και επέστρεψαν ύστερα από τη Μάχη της Κρήτης (Μάϊος 1941) . 

Αυτή είναι η ιστορία του Γεώργη Μουρελάκη απ’ τα Χανιά της Κρήτης και των δυο εγγόνων του, Μαράκι και Τασσία, που τον επήρανε στα εκατό του να τονε πάνε στην Οστράλια, εις το Μέλμπουρν, μίαν ημέρα ολάκερη ταξίδι με τ’ αβιόνι, να δει τον άγριο φίλο του και συμπολεμιστή, τον Μαορί Ίχιπα Μουίρ, γιατί σαν αποχωριστήκανε στον πόλεμο είχανε βάλει στοίχημα, αν φτάσει ο Γεώργης στα εκατό να δώκουν ραντεβού σ’ αυτή την πόλη.

Ο Γεώργης είμαι εγώ που γράφω κι είμαι τώρα μοναχός μου μέσα στο ξενοδοχείο Χοτέλ Φορμούλ, στο κέντρο μου είπανε της πόλης, στον εικοστό δεύτερο όροφο και γράφω το πώς έγινε και γνώρισα τον Ίχιπα που τον εφώναζα χαϊδευτικά και Γύφτο γιατί το όνομά του στα ελληνικά, έλεγε, σημαίνει Αίγυπτος. Κι ήτανε και μαυριδερός.

Πριν από έναν χρόνο, στα ενενήντα εννιά, ήταν Χριστούγεννα και σκέφτηκα ότι κοντεύω τον αιώνα. Μόλις το σκέφτηκα αμέσως μου ‘ρθε στο μυαλό το στοίχημα. Ρώτησα την μια μου εγγόνα την Τασσία:

-Γιώργης: Είναι μακριά η Οστράλια;
-Τασσία: Πώς σου ‘ρθε ρε παππού η Αυστραλία;
-Γιώργης: Μακριά είναι;
-Τασσία: Πολύ μακριά.
-Γιώργης: Πόσο;
-Τασσία: Ε άμα πάρεις το αεροπλάνο είναι μια μέρα.
-Γιώργης: Α.

Όσο σκεφτόμουνα και υπολόγιζα πόσο ακριβό μπορεί να είναι ένα τόσο μακρινό ταξίδι κι αν έχω πια την όρεξη να τρέχω πέρα δώθε και να κυνηγάω άγριους σε μία ξένη χώρα, κίνησε η μικρή μου εγγόνα, το Μαράκι μου, και ήρθε, έκατσε σιμά μου και μ’ ακούμπησε στο γόνα:

-Μαρία: Τι θα την κάνεις την Οστράλια ρε παππούλη;

Την κοίταξα καλά. Ετούτη μοιάζει στο δικό μου το Μαριώ, που μου ‘φυγε πριν τρία χρόνια.

-Γιώργης: Έχω έναν φίλο στην Οστράλια.
-Μαρία: Σε ποια πόλη;
-Γιώργης: Μήτε ξέρω.
-Τασσία: Και θες να τονε βρεις;
-Γιώργης: Είναι απ’ αυτούς τους άγριους. Με τα σημάδια στη φάτσα.
-Μαρία: Αβορίγινας;
-Τασσία: Και πού τον ξέρεις εσύ τον Μαορί;

Τις κοίταξα τότε και τις δυο και γέλασα.

-Γιώργης: Τι κι επειδή δεν έχω φύγει απ’ επαέ και έφαγα τα χέρια μου στο χώμα; Νομίζετε δεν ξέρω εγώ πώς μοιάζουν Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι; Με ποιον πολέμησα εγώ στον πόλεμο, νομίζετε; Απ’ τον αέρα πέφταν πάνου στα Χανιά χίλιες φυλές και μες τον πάτο μόλις φτάναν άλλες χίλιες τους υποδεχόμασταν. Ε απ’ αυτές τις χίλιες που ‘μασταν στον πάτο ήτανε και συμμαχικά στρατεύματα απ’ το Νιου Ζήλαντ, στην Οστράλια είναι αυτό. Μέσα ήτανε ο Μαορί Ίχιπα Μουίρ. 

Ο Ίχιπα ήξερε ένα κάρο ελληνικά! Όλους μας έκανε έκπληξη όταν αυτός ο άγριος, τεράστιος άνθρωπος μας είπε όλος ζέστη «Καλημέρα!».

-Μαρία: Πού ήξερε ο Μαορί ελληνικά, μωρέ;
-Τασσία: Ναι ρε παππού! Μπας και τα βγάζεις απ’ το νου σου, πονηρέ; Μας κοροϊδεύεις;
-Γιώργης: Άιντε ασίζες, σ’ όλα αϊπλίκια βρίσκετε! Ψεύτη δε μ’ είπαν μέχρι τώρα, θα με πείτε εσείς, καπλάνια! Ο Γύφτος ήταν ψυχοπαίδι Έλληνα απ’ την Αϊβαλή μωρέ, που είχε φύγει πριν ακόμα απ’ το εικοσιδυό, το δεκατέσσερα, πέρασε απ’ τη Λέσβος, απ’ τη Σάμος, απ’ τη Σαλονίκη στα Βαλκάνια, ύστερα στη Ρούσα, στην Οντέσσα κι έπειτα στην Οστράλια, ήταν έμπορας είχε λεφτά κι ας έχασε τα πλιο πολλά απ’ τα καράβια του, του φτάσαν για να πάει εκεί να στήσει μπίζνα και να ζήσει πάλε απ’ την αρχή.
Κι ο Ίχιπα μωρό έφυγε απ’ το Νιου Ζήλαντ με τη μάνα του, από τη φτώχεια φύγανε και φτάσανε στο Μέλμπουρν και έπιασε δουλειά η μάνα στο ραφτάδικο, βιοτεχνία είχε ο Αϊβαλιώτης, κι εκείνη έκαμε σκέδια οριεντάλ στα υφάσματα και τα πουλούσε ο έμπορας πανάκριβα, τάχα μου ήταν απ’ τα βάθη των αιώνων ξεθαμμένα, αντίκες, είχε σηκώσει κι απ’ τη Σμύρνη κάτι υφάσματα, μεταξωτά, βελούδα, όμορφα μεγαλόπρεπα, πάντρεψε τα βυζαντινά με τ’ άγρια και τα ‘κανε συφέρον. Ήτανε γνήσιος έμπορας, μου ‘λεγε ο Ίχιπα, μπορούσε να πουλήσει τσιτσί στο ερίφι, αλλά καλός σαν ήλιος, έτσι έλεγε ο Γιούφτος όταν τον θυμότανε, τον έστειλε σχολείο με τ’ αδέρφια του, τους μάζευε και τους μάθαινε ελληνικά, αρχαία παραμύθια και ιστορία.

Κοιτούσαν οι εγγόνες μου μ’ ορθάνοιχτο το αγοΐζικο το στόμα τους και δεν το πίστευαν. Μ’ άρεσε όμως κι εμένα να τη λέω αυτήν την ιστορία που δεν την είχα ξαναπεί ποτές κι έτσι συνέχισα με περισσή την πονηράδα ν’ ανιστορώ του κουζουλού του Γιούφτου Ίχιπα Αιγύπτιου Μαορί τα έμορφα καμώματα που κάμανε τις νύχτες μας τόσο γεμάτες και ξεχνούσαμε ότι ήμασταν σε πόλεμο.

-Γιώργης: Ο Ίχιπα μαζί με τους πατριώτες του ήταν λιοντάρια στο κακό και μόνο αυτούς εβλέπαμε με καλά μάθκια, όλοι οι άλλοι, κι ας ήταν σύμμαχοι, ήτανε αλλιώτικοι ξανθοί, ξωθκιοί μαθές, άστε που δεν καταλαβαίναμε και τι μας λέγαν. Ενώ οι άγριοι ήτανε σα να λέμε ίδια πάστα με τα μας. Και πίναν ε; Όφου, μανούλα μου, πώς πίνανε! Ωσάν κι εμάς σας λέω, μωρέ. Κι άμα έτσι πίναμε κι ερχόμασταν στα κέφια, μας έκαναν εκείνα τα περίεργα χορευτικά, σαν τα τελώνια, βαρούσαν πόδκια, βαρούσαν χέρια, ακόμα και τις κεφαλές χτυπάγανε τ’ αγρίμια κι είχαμε ύστερα κι εμείς από ‘ναν-δυο χωρατατζήδες, ο ένας ήντανε ο Σήφης της Σοφούλας ο παππούς, αν τον θυμάστε, Θιος σχωρέστονε και βάφανε κι αυτοί τα μούτρα τους με κάρβουνο να μοιάζουν μαύροι και κάναν πως χτυπιόντουσαν σα Μαορί και τούτοι, ενώ στο τέλος αγκαλιάζονταν κι έτσι πως είχανε βαφτεί εμοιάζαν σαν αδέρφια.

Γλύτωσε ο Γιούφτος από τη μεγάλη μάχη, γλύτωσα κι εγώ. Ήμασταν τυχεροί και δε μας έπιασε το βόλι. Κι όταν πια ήρθε εκείνη η ώρα για να φύγουνε – εκείνοι πήγανε ύστερα στην Αίγυπτο «άιντε ωρέ κουζουλέ θα ιδείς τους φίλους σου τους γιούφτους» τον επείραζα – τόσο τον είχα ηγαπήσει αυτόν τον άγριο που του έδωκα και την καλή μου μάχαιρα και τον καλό μου όρκο, ότι σαν γίνω εκατό χρονώ θα τον εβρώ όπου και να ‘ναι. Και ‘κείνος αφού μου έδωκε από μια τρύπα στο μαλακό τ’ αυτιού του να! με το συμπάθειο ένα απ’ τα ενώτια του, το έδεσε σ’ ένα σκοινάκι και το πέρασε στο σβέρκο μου, μου ‘πε «Σ’ ορκίζομαι μικρέ Αδερφέ κι ας σε περνάω δύο έτη, θα περιμένω και δε θα φύγω για να σε δω ως πάππον» έτσι μιλούσε ο Γιούφτος.

Κοίταξα τα κορίτσια μου κι είχανε δάκρυα στα μάτια, τους είχε αρέσει ο φίλος μου ο άγριος που ήτανε πλιο ήμερος απ’ όποιονε κι αν γνώρισα από τότε και από κείν’ τη μέρα κι ύστερα τους έγινε μανία ο Μαορί μου και βάλαν μπρος και ψάξανε με τις τεχνολογίες και τις ιστορίες και βρήκανε τις κόρες του και μάθανε ότι ο Ίχιπα Μουίρ μου όντως ζούσε, στη συνοικία των Ελλήνων, μάλιστα, στο Μέλμπουρν και βάλαν τον πατέρα τους και μου ‘βγαλε πασπόρτι και γκριν καρντ, βρήκαν και ναύλα την ημέρα που έκλεινα αιώνα, πήραν τις άδειες τους, φίλησε η Τασσώ και τον αρραβωνιάρη και με σήκωσαν σαν πέρδικες και μ’ έφεραν εδώ που βρίσκομαι να εκπληρώσω το δικό μου μέρος της ορκιάς που ορκίστηκα και την εκράτησα και την εκράτησε κι ο μαύρος μου και μέσα μου μια συντυχιά όπως αυτή μόνο σα θάμα τη λογάω.


Γεώργης Μουρελάκης του Κωνσταντίνου και της Φιλίτσας από τα Χανιά Κρήτης
2 Αυγούστου
την δωδεκάτην βραδυνήν
2012
Μέλμπουρν
Οστράλια

___


Υ.Γ.: Αύριο, απεφάσισα εγώ, ο Γεώργης Μουρελάκης, ετούτο το γραφτό δε θα το συνεχίσω, γιατί ως εδά που έφτασα ήτο το παράξενον, το θαυμαστό κι όχι το απ’ εδώ και πέρα. 


Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt2 - Λένινγκραντ


Σε όλες τις μεριές του όμπλαστ Λένινγκραντ
Ξεχύνονται οι ωραίοι άνδρες
Ως ευγενέστατοι και ώριμοι – με μέλλον - αγαπητικοί
Φτωχών και δύσμοιρων εργατριών
Όλοι υποσχόμενοι αγάπη αγνή και μεταδοτική
Καλύπτουσα ως κορεσμού την έλλειψιν των αγαθών 
Που μια κοπέλα θα ονειρευόταν
για το σπίτι της

Μαζεύουνε τρία τέσσερα κοράσια από κάθε οικισμό
Κι όταν τις δέσουνε στον έρωτα
Τις πείσουν για το πάντα και για το μαζί
Τις βάζουν σ’ ένα τραίνο
Δίχως επιστροφή
Για τη μεγάλη πόλη
Να παν αυτές τάχα να τακτοποιηθούν
Να μείνουν σ’ έναν ξάδερφο τάχα τις πρώτες μέρες
- όσο να λήξουν οι λογαριασμοί τ’ αρσενικού στο πρώην μέρος –
Τάχα να μην ανησυχούν

Κι όσο εκείνες μες στο τραίνο αδημονούν
Να τελειώσουν όλα εκείνα
Τα διαδικαστικά
Που είναι ανάμεσα στο τώρα και στο όνειρο
– ένα σπιτάκι μ’ έναν κήπο, 
μία δουλίτσα, 
άντε κι ένα ή δυο μωράκια κατακόκκινα –
Όσο ανησυχούν
πώς θα ‘ναι ο εξάδερφος
μην είναι κανένας περίεργος
και έχουμ’ άλλα
Φτάνει ο συρμός στο Λενινγκράντσκι
«Ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε. Καλή σας διαμονή!»

Τα μάτια ψάχνουν για τον ξάδερφο
Ένας μουντρούχος με κακία πλησιάζει
- Αχ, μάμουτσκα, ας μην είν’ τούτος! -
«Εγώ είμ’ ο ξάδερφος δώσε μου τα χαρτιά σου
τακτοποιώ τις εκκρεμότητες»
Ας είναι, σκέφτονται, τους συγγενείς δεν τους διαλέγουμε
Χαμογελάν

Μέσα στο αμάξι άσχημες σκέψεις
Τις διώχνουνε μαζί με τον ιδρώτα και τη βρώμα απ’ το ταξίδι
Ρωτάν τάχα μου ξένοιαστα πού βρίσκεται το σπίτι
Εκείνος τάχα λέει μια γειτονιά
Περνάει η ώρα
Ο κόμπος σφίγγει
Και το μυαλό όλο γυρίζει
στο κακό

Με τις βαλίτσες τους στα χέρια ακολουθούνε
Τον εξάδελφο
Μια πόρτα ανοίγει
Κι άλλη μια ύστερα
Όσο πιο μέσα τόσο πιο πολύ
Σκοτάδι κι υγρασία
Η τελευταία πόρτα έτριξε
Κι έκλεισε πίσω τους
Μία φορά ίσον για πάντα
Όλες μαζί
σ’ ένα δωμάτιο
Ύστερα
σ’ ένα φορτηγό
Ύστερα
σε μια πόλη
που λεν πως είναι αρχαία

Το βράδυ κουβαλάνε τα ψιμύθια τους
Όπως τα κτήρια του Λένινγκραντ
Απ’ έξω όμορφα
και μεγαλόπρεπα
Χρυσός και μάρμαρο
Και μέσα άδεια
Λεηλατημένα
Δίχως κειμήλια
Δίχως ταυτότητα
Δίχως το παρελθόν
Άρα χωρίς το μέλλον
Παράγκες λες τα σώματά τους
χιλιομπαλωμένες
Θαρρείς πως μοιάζουνε
στα σπίτια
Που άφησε η καθεμιά τους πίσω
Διάσπαρτα
σε όλες τις μεριές
Του όμπλαστ Λένινγκραντ 

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt1 - Λος Άνχελες

©Robert Yager

Λος Άνχελες
– η ευτυχία! -
Καφές στο χέρι
Μαύρο χέρι
Δάκρυ ταττού
Άσσοι γι’ ατού
«Μετανοείτε!»
Δέρμα γραμμένο σοβαρά
Ξανθές ελπίδες απ’ την επαρχία
Η καλοσύνη των ξένων, τι θαυμάσια βολή!
Και το ξημέρωμα οι κρίσεις πανικού
Η αηδία
- τη νύχτα που γυαλίζουνε τα φώτα -
μοιάζει με γοητεία
Ανέμελα
και τεχνητώς σοκολατένια εξήντα
αυτό είν’ ευτυχία
Ή ένδοξος ο θάνατος
στα δεκατρία
Η Ευτυχία
Η Εβίτα
Ο Εστεμπάν
οι δυτικές πλευρές όλου του κόσμου
Δις Ιζ Αμέρικα
I like to be in America
Okey by me in America
Everything free in America
Το σεξ
Η βία
Η ευτυχία