Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt3 - Μελβούρνη

Οι Μαορί του β' παγκοσμίου πολέμου, οι ίδιοι που πολέμησαν στην Κρήτη, χορεύουν το χάκα στην τιμητική επιθεώρηση του βασιλιά της Ελλάδας, Γεωργίου Β'. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Χελβάν της Αιγύπτου όπου και επέστρεψαν ύστερα από τη Μάχη της Κρήτης (Μάϊος 1941) . 

Αυτή είναι η ιστορία του Γεώργη Μουρελάκη απ’ τα Χανιά της Κρήτης και των δυο εγγόνων του, Μαράκι και Τασσία, που τον επήρανε στα εκατό του να τονε πάνε στην Οστράλια, εις το Μέλμπουρν, μίαν ημέρα ολάκερη ταξίδι με τ’ αβιόνι, να δει τον άγριο φίλο του και συμπολεμιστή, τον Μαορί Ίχιπα Μουίρ, γιατί σαν αποχωριστήκανε στον πόλεμο είχανε βάλει στοίχημα, αν φτάσει ο Γεώργης στα εκατό να δώκουν ραντεβού σ’ αυτή την πόλη.

Ο Γεώργης είμαι εγώ που γράφω κι είμαι τώρα μοναχός μου μέσα στο ξενοδοχείο Χοτέλ Φορμούλ, στο κέντρο μου είπανε της πόλης, στον εικοστό δεύτερο όροφο και γράφω το πώς έγινε και γνώρισα τον Ίχιπα που τον εφώναζα χαϊδευτικά και Γύφτο γιατί το όνομά του στα ελληνικά, έλεγε, σημαίνει Αίγυπτος. Κι ήτανε και μαυριδερός.

Πριν από έναν χρόνο, στα ενενήντα εννιά, ήταν Χριστούγεννα και σκέφτηκα ότι κοντεύω τον αιώνα. Μόλις το σκέφτηκα αμέσως μου ‘ρθε στο μυαλό το στοίχημα. Ρώτησα την μια μου εγγόνα την Τασσία:

-Γιώργης: Είναι μακριά η Οστράλια;
-Τασσία: Πώς σου ‘ρθε ρε παππού η Αυστραλία;
-Γιώργης: Μακριά είναι;
-Τασσία: Πολύ μακριά.
-Γιώργης: Πόσο;
-Τασσία: Ε άμα πάρεις το αεροπλάνο είναι μια μέρα.
-Γιώργης: Α.

Όσο σκεφτόμουνα και υπολόγιζα πόσο ακριβό μπορεί να είναι ένα τόσο μακρινό ταξίδι κι αν έχω πια την όρεξη να τρέχω πέρα δώθε και να κυνηγάω άγριους σε μία ξένη χώρα, κίνησε η μικρή μου εγγόνα, το Μαράκι μου, και ήρθε, έκατσε σιμά μου και μ’ ακούμπησε στο γόνα:

-Μαρία: Τι θα την κάνεις την Οστράλια ρε παππούλη;

Την κοίταξα καλά. Ετούτη μοιάζει στο δικό μου το Μαριώ, που μου ‘φυγε πριν τρία χρόνια.

-Γιώργης: Έχω έναν φίλο στην Οστράλια.
-Μαρία: Σε ποια πόλη;
-Γιώργης: Μήτε ξέρω.
-Τασσία: Και θες να τονε βρεις;
-Γιώργης: Είναι απ’ αυτούς τους άγριους. Με τα σημάδια στη φάτσα.
-Μαρία: Αβορίγινας;
-Τασσία: Και πού τον ξέρεις εσύ τον Μαορί;

Τις κοίταξα τότε και τις δυο και γέλασα.

-Γιώργης: Τι κι επειδή δεν έχω φύγει απ’ επαέ και έφαγα τα χέρια μου στο χώμα; Νομίζετε δεν ξέρω εγώ πώς μοιάζουν Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι; Με ποιον πολέμησα εγώ στον πόλεμο, νομίζετε; Απ’ τον αέρα πέφταν πάνου στα Χανιά χίλιες φυλές και μες τον πάτο μόλις φτάναν άλλες χίλιες τους υποδεχόμασταν. Ε απ’ αυτές τις χίλιες που ‘μασταν στον πάτο ήτανε και συμμαχικά στρατεύματα απ’ το Νιου Ζήλαντ, στην Οστράλια είναι αυτό. Μέσα ήτανε ο Μαορί Ίχιπα Μουίρ. 

Ο Ίχιπα ήξερε ένα κάρο ελληνικά! Όλους μας έκανε έκπληξη όταν αυτός ο άγριος, τεράστιος άνθρωπος μας είπε όλος ζέστη «Καλημέρα!».

-Μαρία: Πού ήξερε ο Μαορί ελληνικά, μωρέ;
-Τασσία: Ναι ρε παππού! Μπας και τα βγάζεις απ’ το νου σου, πονηρέ; Μας κοροϊδεύεις;
-Γιώργης: Άιντε ασίζες, σ’ όλα αϊπλίκια βρίσκετε! Ψεύτη δε μ’ είπαν μέχρι τώρα, θα με πείτε εσείς, καπλάνια! Ο Γύφτος ήταν ψυχοπαίδι Έλληνα απ’ την Αϊβαλή μωρέ, που είχε φύγει πριν ακόμα απ’ το εικοσιδυό, το δεκατέσσερα, πέρασε απ’ τη Λέσβος, απ’ τη Σάμος, απ’ τη Σαλονίκη στα Βαλκάνια, ύστερα στη Ρούσα, στην Οντέσσα κι έπειτα στην Οστράλια, ήταν έμπορας είχε λεφτά κι ας έχασε τα πλιο πολλά απ’ τα καράβια του, του φτάσαν για να πάει εκεί να στήσει μπίζνα και να ζήσει πάλε απ’ την αρχή.
Κι ο Ίχιπα μωρό έφυγε απ’ το Νιου Ζήλαντ με τη μάνα του, από τη φτώχεια φύγανε και φτάσανε στο Μέλμπουρν και έπιασε δουλειά η μάνα στο ραφτάδικο, βιοτεχνία είχε ο Αϊβαλιώτης, κι εκείνη έκαμε σκέδια οριεντάλ στα υφάσματα και τα πουλούσε ο έμπορας πανάκριβα, τάχα μου ήταν απ’ τα βάθη των αιώνων ξεθαμμένα, αντίκες, είχε σηκώσει κι απ’ τη Σμύρνη κάτι υφάσματα, μεταξωτά, βελούδα, όμορφα μεγαλόπρεπα, πάντρεψε τα βυζαντινά με τ’ άγρια και τα ‘κανε συφέρον. Ήτανε γνήσιος έμπορας, μου ‘λεγε ο Ίχιπα, μπορούσε να πουλήσει τσιτσί στο ερίφι, αλλά καλός σαν ήλιος, έτσι έλεγε ο Γιούφτος όταν τον θυμότανε, τον έστειλε σχολείο με τ’ αδέρφια του, τους μάζευε και τους μάθαινε ελληνικά, αρχαία παραμύθια και ιστορία.

Κοιτούσαν οι εγγόνες μου μ’ ορθάνοιχτο το αγοΐζικο το στόμα τους και δεν το πίστευαν. Μ’ άρεσε όμως κι εμένα να τη λέω αυτήν την ιστορία που δεν την είχα ξαναπεί ποτές κι έτσι συνέχισα με περισσή την πονηράδα ν’ ανιστορώ του κουζουλού του Γιούφτου Ίχιπα Αιγύπτιου Μαορί τα έμορφα καμώματα που κάμανε τις νύχτες μας τόσο γεμάτες και ξεχνούσαμε ότι ήμασταν σε πόλεμο.

-Γιώργης: Ο Ίχιπα μαζί με τους πατριώτες του ήταν λιοντάρια στο κακό και μόνο αυτούς εβλέπαμε με καλά μάθκια, όλοι οι άλλοι, κι ας ήταν σύμμαχοι, ήτανε αλλιώτικοι ξανθοί, ξωθκιοί μαθές, άστε που δεν καταλαβαίναμε και τι μας λέγαν. Ενώ οι άγριοι ήτανε σα να λέμε ίδια πάστα με τα μας. Και πίναν ε; Όφου, μανούλα μου, πώς πίνανε! Ωσάν κι εμάς σας λέω, μωρέ. Κι άμα έτσι πίναμε κι ερχόμασταν στα κέφια, μας έκαναν εκείνα τα περίεργα χορευτικά, σαν τα τελώνια, βαρούσαν πόδκια, βαρούσαν χέρια, ακόμα και τις κεφαλές χτυπάγανε τ’ αγρίμια κι είχαμε ύστερα κι εμείς από ‘ναν-δυο χωρατατζήδες, ο ένας ήντανε ο Σήφης της Σοφούλας ο παππούς, αν τον θυμάστε, Θιος σχωρέστονε και βάφανε κι αυτοί τα μούτρα τους με κάρβουνο να μοιάζουν μαύροι και κάναν πως χτυπιόντουσαν σα Μαορί και τούτοι, ενώ στο τέλος αγκαλιάζονταν κι έτσι πως είχανε βαφτεί εμοιάζαν σαν αδέρφια.

Γλύτωσε ο Γιούφτος από τη μεγάλη μάχη, γλύτωσα κι εγώ. Ήμασταν τυχεροί και δε μας έπιασε το βόλι. Κι όταν πια ήρθε εκείνη η ώρα για να φύγουνε – εκείνοι πήγανε ύστερα στην Αίγυπτο «άιντε ωρέ κουζουλέ θα ιδείς τους φίλους σου τους γιούφτους» τον επείραζα – τόσο τον είχα ηγαπήσει αυτόν τον άγριο που του έδωκα και την καλή μου μάχαιρα και τον καλό μου όρκο, ότι σαν γίνω εκατό χρονώ θα τον εβρώ όπου και να ‘ναι. Και ‘κείνος αφού μου έδωκε από μια τρύπα στο μαλακό τ’ αυτιού του να! με το συμπάθειο ένα απ’ τα ενώτια του, το έδεσε σ’ ένα σκοινάκι και το πέρασε στο σβέρκο μου, μου ‘πε «Σ’ ορκίζομαι μικρέ Αδερφέ κι ας σε περνάω δύο έτη, θα περιμένω και δε θα φύγω για να σε δω ως πάππον» έτσι μιλούσε ο Γιούφτος.

Κοίταξα τα κορίτσια μου κι είχανε δάκρυα στα μάτια, τους είχε αρέσει ο φίλος μου ο άγριος που ήτανε πλιο ήμερος απ’ όποιονε κι αν γνώρισα από τότε και από κείν’ τη μέρα κι ύστερα τους έγινε μανία ο Μαορί μου και βάλαν μπρος και ψάξανε με τις τεχνολογίες και τις ιστορίες και βρήκανε τις κόρες του και μάθανε ότι ο Ίχιπα Μουίρ μου όντως ζούσε, στη συνοικία των Ελλήνων, μάλιστα, στο Μέλμπουρν και βάλαν τον πατέρα τους και μου ‘βγαλε πασπόρτι και γκριν καρντ, βρήκαν και ναύλα την ημέρα που έκλεινα αιώνα, πήραν τις άδειες τους, φίλησε η Τασσώ και τον αρραβωνιάρη και με σήκωσαν σαν πέρδικες και μ’ έφεραν εδώ που βρίσκομαι να εκπληρώσω το δικό μου μέρος της ορκιάς που ορκίστηκα και την εκράτησα και την εκράτησε κι ο μαύρος μου και μέσα μου μια συντυχιά όπως αυτή μόνο σα θάμα τη λογάω.


Γεώργης Μουρελάκης του Κωνσταντίνου και της Φιλίτσας από τα Χανιά Κρήτης
2 Αυγούστου
την δωδεκάτην βραδυνήν
2012
Μέλμπουρν
Οστράλια

___


Υ.Γ.: Αύριο, απεφάσισα εγώ, ο Γεώργης Μουρελάκης, ετούτο το γραφτό δε θα το συνεχίσω, γιατί ως εδά που έφτασα ήτο το παράξενον, το θαυμαστό κι όχι το απ’ εδώ και πέρα. 


1 σχόλιο: