Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Mπορεί να δω μια μέρα ένα όνειρο



Σκέφτομαι ότι μπορεί να δω μια μέρα ένα όνειρο που θα ‘χει μέσα του μια πόλη με χρώμα γκρίζο και καφέ και γεύση σαν μεταλλικό καπάκι μπύρας, που οι άνθρωποι θα τριγυρνάν, αγέλες, σε πάρκα και πλατείες σαν τρελοί και τα πελώρια περιστέρια που θα ‘χουν βγει την κυριακάτική τους βόλτα με τα μωρά, τους φίλους και τους έρωτες θα μας πετάν κομμάτια από κουλούρια Σαλονίκης, και θα μας περιμένουνε, σα σμήνος από λιμασμένα ζόμπι με σπαστικές κινήσεις και γκριμάτσες αγωνίας να συνωστιστούμε μπρος τα πόδια τους για να γελάσουν και να νοιώσουν ξενοιασιά. Και τα μικρά τους με μανία τρομερή θα θέλουν να μας πιάσουν «για να παίξουμε, μαμά!» απ’ τα μικρά μας πόδια και τα χέρια, και ίσως να ξεφύγει και κανένα απ’ την επίβλεψη και με το ράμφος του ανοίξει την κοιλιά μας, να δει αν είμαστε ίδιοι από μέσα.
Κι αφού νυχτώσει και τελειώσει η παρέλαση και μετρηθούμε πόσοι μείναμε κι απόψε, και αποφάμε απ’ τα σκουπίδια και γλαρώσουμε, απάνω στις γωνίες των σπιτιών θα σκαρφαλώσουμε και σιγανά ν’ αρχίσουμε το μοιρολόι και το κλάμα, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε και να σπαράξουνε με ουρλιαχτά και σάλια, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε και να γυρίσουν να σκοτώσουνε αυτόν που ουρλιάζει, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε κι απλώς να κατεβάσουν το κεφάλι.
Να φεύγει η νύχτα και το χάραμα σήμα να δίνει για να κατεβούμε πάλι, μόνο που αντί η μέρα που ξημέρωσε να ‘ναι καινούρια, η ίδια είναι πάλι Κυριακή, η ίδια βόλτα, οι πλατείες, τα κουλούρια και το σμπρώξιμο στη γκρίζα και καφέ αυτή πόλη, τα εντόσθια απ’ τους δρόμους καθαρίστηκαν και τα κεφάλια των ανθρώπων καθαρίστηκαν κι αυτά από τη μνήμη, τα στόματα ορμάνε στην τροφή απ’ τον ουρανό και ως τη νύχτα που θ’ αναγκαστούμε ν’ ακουμπήσουμε τον δίπλα μας, κανένας μας δεν ξέρει πια κανέναν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: