Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

Τα Πατατάκια Κέτσαπ της


 Ήθελε λέει πατατάκια κέτσαπ
Τα 'δινε όλα 
Για ένα μόνο 
Σακουλάκι
Πατατάκια κέτσαπ

Και δεν της έφερνε 
Κανείς
Ούτε ένας φόλοερ
Ούτε ένας γείτονας
Ούτε ένας φίλος
Ούτε ο σκύλος

«Πατατάκια με κέτσαπ»
«ΠΑταΤΑκια-ΜΕ-κΕτσαπ»
«πατατάκιαμεκέτσαπ»

Κι όλοι γελούσαν
Με τη λιγούρα
Για τα πατατάκια κέτσαπ

«Τι να σου κάνω που 'μαστε μακριά»

Λες και αν ήμασταν κοντά θα τα 'φερνες

«Χα! Χα! Χα! Ψηφιακά φιλιά!»

Χαριτωμένα
Σαν υστερικά

Μα δε με νοιάζουν διόλου όλ' αυτά
Γώ θέλω μόνο πατατάκια κέτσαπ
Ούτε καρδούλες
Ούτε φιλιά
Χαζά τραγούδια
Χάδια, βιολιά
Γω θέλω μόνο πατατάκια κέτσαπ

«Να πάρεις μπάρμπεκιου, είν' πιο καλά»

Οχιόχι όχι
Πατατάκια κέτσαπ

__

Κάνω μανούβρες
Μπας και ξεχαστώ
Σκορπάω χαμόγελα
Να ζαλιστώ
Με δυο συγκαταβατικά πατ πατ
Λέω φχαριστώ
Ρε δεν ακούνε ρε
Θα τρελαθώ
Θα μείνω ξάγρυπνη
Θα εκφραστώ
Θα ρίξω δίχτυα
Θα βγάλω νύχια
Την ησυχία μου θα νοσταλγώ
Κι ο μόνος τρόπος για να σταματώ
Και να μη σκέφτομαι
Τον πειρασμό
Είν' κατά λάθος κι από συνειρμό
Σ' άλλον λαβύρινθο να οδηγηθώ

Και
μια
φρουτένια
ζουμερή
κιτρινωπή
και
δροσερή
κομπόστα
από
ώριμο
ροδάκινο
σε
ασημένιο
(φυσαρμόνικα)
κονσερβοκούτι
αμερικάνικο
να
φαντασιωθώ



Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Η φίλη μου, Χ. ή Παιδικό


Τον ωραιότερο καφέ του κόσμου
Τον πίνω με τη φίλη μου τη Χ.

Σαν έχει ήλιο κι έχουμε κι οι δύο χρόνο
Και αν το φέρει και την έχω επισκεφτεί
Χαζολογώντας περπατάμε ως το κέντρο 
Ή με τ' αμάξι, οδηγάει αυτή

Κάνουμε στάση πάντα για να πάρουμε τσιγάρα
Κι ίσως να φάμε απ' το φούρνο κάτι τις
Και ύστερα διαλέγουμε όπως πάντα
Ένα απ' τα ήσυχά μας στέκια περιωπής

Αναμασάμε λίγο να! τα τετριμμένα
Κι αμέσως μόλις έρθει ο καφές
Ανασκουμπώνεται εκείνη παρασύροντας κι εμένα
Κι αρχίζουμε στον Τύπο ανασκαφές

Τον ωραιότερο καφέ όλου του κόσμου
Τον πίνω με τη φίλη μου τη Χ.
Κι είναι η συνήθεια μας αυτή εντός μου
Η πιο αξιομνημόνευτη απ' όλες, συναναστροφή


Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

«στις καλύτερες τιμές της αγοράς»



κοντέινερ αρχιτεκτονική
κουτάκια μέσα σε κουτιά
απάνω σε επίπεδα
τριπλά διπλά
αν είσαι της αδρεναλίνης κεκλιμένα
αν είσαι της ισορροπίας μετρημένα και ισόπλευρα
σκαλιά κουτιά
τραπεζερί παύλα κρεβατοκάμαρα
φωτιστικό δαπέδου αναπτήρας
μοκέτα από ζωντανό γρασίδι
κοκκινωπά, γαλάζια και κίτρινα
σε πόλη
σε χωριό
στους πάγους 
στην έρημο

κοντέινερς ξενοδοχεία
κοντέινερς βε-σε 
κοντέινερς γραφεία ενοικιάσεως οχημάτων
κοντέινερς γκαράζ
κοντέινερς γκουρμέ εστιατόρια 
κοντέινερς πολυεπίπεδα χωράφια καλλιέργειας κρόκου
κοντέινερς καμπίνες αναψυχής 
«δυο βήματα απ' το καταφύγιο της πελώριας αρκούδας Γκρίζλυ»
κοντέινερς σπιτόδεντρα 
- βιντάζ καβάντζα για νεογονείς καπιταλίστας -
κοντέινερς θεατρικές σκηνές 
- απόλυτες, ποστμοντερνέ περφόρμανς 
με ουρλιαχτά 
ελέκτρο συνθ 
φωτιά σε τρίχες εφηβαίου 
και μονολόγους 
κωφαλάλων 
αυτοδίδακτων 
περφόρμερ 
υπό την καθοδήγηση 
ακαδημαϊκών 
διανοούμενων 
διακορευτών

κοντέινερς κουτούκια 
κοντέινερς μπουζούκια
κοντέινερς ινστιτούτα Ράτζα γιόγκα
κοντέινερς φιλοξενίας καταστροφόπληκτων
κοντέινερς φιλοξενίας θυμάτων τράφικινγκ
κοντέινερς ως χαφ-γουέι χάουζ
κοντέινερς μπουρδέλα

κοντέινερς 
του μέλλοντος
αβαρή 
διάφανα
περιέχοντα οξυγόνο
«στις καλύτερες τιμές της αγοράς»

  κ  
ο
ν
τ
έ
ι
ν
ε
ρ
ς


Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

οι άγριες ψυχές



άγριες ψυχές
τους καταντήσατε
ανθρώπους
που δεν είχανε τα φόντα

ανέμελοι
ένας και δυο
γυρίζανε
τώρα
ανήκουν σε μια αγέλη
σαν κομβόι
χωρίς φώτα

στριμώχνονται

πατιούνται

υστεριάζουνε

μαλώνουν

υπερβάλλουνε

μονιάζουνε

τα μούτρα τους
στραβώνουν

κάποιοι αυτοσαρκάζονται

_

είναι ο δικός σας λάθος υπολογισμός

_

οι άγριες ψυχές
που καταντήσατε
ανθρώπους
που δεν είχανε τα φόντα
αυτό
το λάθος σας
θα ουρλιάζουνε

_

στις σκάλες
πια
αντί να σπρώχνονται
αγκαλιάζονται

και τα καμμένα
οξειδωμένα μάτια
αλληλασπάζονται

το χέρι απλώνουν
ίσως το μάρμαρο σηκώνουν
μα πια δεν είναι από εγωισμό
όπως τους μάθατε
- άβουλα -
να παπαγαλίζουν

κανείς τους
πια
δεν περπατάει μόνος
και
όταν έρχεται η ώρα
και
το φέρει ο χρόνος
το λάθος σας
θα γίνει το τραγούδι τους

κι όταν
οι άγριες ψυχές
έρθουν και γίνουν
περισσότερες
πιο παθιασμένες
δυνατές
ηλεκτρικές
πρόστυχες
ερεθιστικές
μηδενισμένες
τρυφερές
ανίερες
παντοτινές
αεροπλάνες
μυτερές
παλούκια
αγκάθια
άδεια ράφια
κάρτες ποστάλ
χωρίς
φίλους κι αδέρφια
μόνες
τότε
οι άγριες ψυχές
θα σηκωθούν
από το χώμα
και θα αλλάξουνε
για πάντα 
χρώμα

_

κι ας λείπουνε
τα ειδικά
διαμορφωμένα από τους επιστήμονές σας
φόντα

δεν είναι τσόντα
είναι η αντίσταση
στην αστική ανατομία

_

οι άγριες ψυχές
σηκώνουν τα μανίκια
κι αφήνουνε
τα σηκωμένα φρύδια
κατά μέρους
οι άγριες ψυχές

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

ουρμπανίσμ


βιομηχανοποιημένες ιστορίες
αρχιτεκτόνοι ουρμπανίστ
και αηδίες
σκυφτά παιδιά 
γελάν κρυφά
στις γαλαρίες
ανέμελα 
ρουφάν’
προϊστορίες
ταμπού
μηδενισμό
στερεοτυπικές
λυκομαχίες
ανίδεοι 
της δύναμης
μαριονετίστες
σκυφτοί γονιοί
ψηφιακοί αρτίστες
μέντορες
της μίας ουτοπίας
μικροί
τρανοί
μακρείς 
εγγείς
όλοι στην ίδια ιστορία
να γλύφωμε με περισσή τη ρητορία
το σαπισμένο
απ’ το σάλιο
κολλώδες
μιαρό
μικρό
νεκρό
και όχι πια σοφό
πάτωμα
γαλαρίας



Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Καταλαβαίνεις, Μουσιδώρα;




Τι να σου πω για να μου πεις
Ω, Μουσιδώρα

Σε δανεικό δωμάτιο έχω κάτσει
Απ' το παράθυρο μπροστά περνάει μια εποχή
Οι λέξεις χάσαν τη βολή τους
Μουσιδώρα
Αλλιώς τα λέει κάποιος
Άλλα εννοεί

Αλλάξαν όλα τ' αλλαγμένα
Σαν δανεικά και τελειωμένα
Την καλοσύνη πια των ξένων
Την παίρνουνε σαν δεδομένο

Αβίαστα προβληματισμένοι
Στο βάθος όλοι βολεμένοι
Κι εμείς μαζί τους
Μουσιδώρα
Οι «τρανταχτοί» χωρίς φωνή
Και χωρίς χώρα

Εναρμονίσου
Μουσιδώρα
της αλητείας ήρθε η ώρα
καμιά Μαρία
πουθενά
Ήρθε καιρός
Όλα στεγνά

Καμιά πλυμμήρα
Όλα σοφία
Λίγοι πολλοί
Δεν έχει πλέον σημασία
Κανείς μαζί πραγματικά
Όλοι μονάδες τελικά

Δεν είν' κακό
Ρε Μουσιδώρα!
Πρώτα από σένα ξεκινάς
Μας έφαγε όμως η αλητεία
Και μείναμε στο πουθενά

Καμιά εξυπνάδα
Μουσιδώρα
Δε σώνει κλέφτη ούτε ληστή
Ούτε όμως σπάει αλυσίδες
Ούτε και κόκκινη τη βάφει τη γιορτή

Ας λέν' οι άλλοι
Μουσιδώρα
Γι' αερικά και μουσική
Εσύ όμως ξέρεις πως τα λόγια
Αξίζουν μόνο στη σιωπή

Τι να τα κάνεις τα σενάρια;
Τις οπτικές,
τα ουρλιαχτά;
Σα μηχανή που χάνει λάδι
Μνήμη όλα είναι
Προσπερνά

Λάθη που δε διορθώνονται
Ζόμπι που δεν ορθώνονται
Χωράφια γνώσης
Μένουνε ξερά
Πώς να φυτρώσει ο σπόρος
Μουσιδώρα
Χωρίς νερά;
- είναι ακριβά -
Πώς να φυτρώσει ο σπόρος
Μουσιδώρα
Που 'ναι στενά;
Πώς να φυτρώσει ο σπόρος
Μουσιδώρα
Στα σκοτεινά;
Πώς να φυτρώσει ο σπόρος
Μουσιδώρα
Στο πουθενά

Τι να σου πω, τι να μου πεις κι εσύ
Ρε Μουσιδώρα
Αχ, Μουσιδώρα
Χέστην την εποχή
Δε θα σου πω να μη μου πεις κι εσύ
Ω, Μουσιδώρα
Μείνε γυμνή
Αυτό αρκεί

Καταλαβαίνεις τώρα, Μουσιδώρα, έτσι δεν είναι;




Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

η μέρα μου, της Ποίησης


Σήμερα είναι η μέρα μου της ποίησης.

Ξέρεις αυτές οι μέρες που ανοίγεις το μάτι σου εύκολα σχετικά εύκολα σχετικά, σηκώνεσαι με λιγότερη γκρίνια απ' ότι συνήθως, δε θες καφέ κι αποφασίζεις ξαφνικά, εκεί που κάθεσαι, ότι σήμερα είναι ποίηση, δεν έχει χώρο γι' άλλο πράμα, τη διεκδικείς σα να λέμε κι αυτή αβίαστα, αναίμακτα και φυσικά μπαίνει στη μέρα, σου υπαγορεύει να πεις αγάπη, σου λέει «γύρνα στο κρεβάτι ρε» κι εκεί που χώνεσαι στα σκεπάσματα, αγκαλιάζεις τόσο ήρεμα εκείνη την πλάτη, η λογική σου ποίηση σε νανουρίζει, σε κοιμίζει και σε ταΐζει ωραία όνειρα με έρωτες, ψιθύρους, μακριά μαλλιά κι ωραία δόντια κι ύστερα από ώρες σε ξυπνάει, σε γυρνάει μεριά ενώ έχει βάλει δύο χέρια να σου λένε καλημέρα, γέλια, φωνές, σ' αφήνει χρόνο η ποίηση, ξέρει πως πρέπει και να ζήσεις τη ζωή, μα δε σ' αφήνει μόνη σου, μόνο ησυχάζει για λίγο, να, όσο να ηρεμήσει η καρδιά σου απ' τις αρρυθμίες.

Κι εκεί που την έχει ξεχάσει κι αρχίζεις ν' αναρωτιέσαι γιατί δεν πήγες στη δουλειά σου τελικά, νά τηνε πάλι, ξεπετιέται, μεγαλώνει, σου παίρνει το μυαλό σου και το βάζει να διαβάσει και το κάνει να ακούει και το κάνει να βλέπει και να νιώθει αλλιώτικα, να βοηθιέται απ' τις συμπτώσεις, ν' αναλύει αλλιώς τα δεδομένα, κι εσύ καταλαβαίνεις πως αυτό η ποίηση το προετοίμαζε καιρό, γι' αυτό σ' έκανε να πιεστείς για να χωρέσεις στη βαλίτσα κείνους τους δίσκους που 'χουνε μέσα κομμάτια δικά της, γι' αυτό σε ξύπνησε νωρίς, γι' αυτό δε σ' είχε ταΐσει πνεύμα το τελευταίο διάστημα, για να στο ταΐσει όλο μαζεμένο και πριν μα συνειδητοποιήσεις όλο αυτό, διαβάζεις για ένα φορτίο από έρωτες που πρέπει να 'χεις βρει ήδη  και όντως κάποιους, λες, τους έχεις βρει και για τους άλλους έχεις καιρό ακόμα - στον σωστό δρόμο είσαι, βρίσκεις - αφού το εγχειρίδιο που διαβάζεις σε κινεί, σε συγκινεί τόσο που ο καφές σου έχει κρυώσει, τα γράμματά σου ασχήμυναν απ' τη βιασύνη - όχι πως ήτανε ωραία και ποτέ τους - και τα μέλη της ποιήσεως που ακούει το μυαλό σου κόβουνε τα δικά σου μέλη και την ανάσα και σα να μη φτάνουνε όλα αυτά, σαν σήμερα πέθανε κι η Γώγου και σ' όλη την αόριστα συγκεκριμένη ποίηση που αναπνέεις ήδη λίγες ώρες τώρα, έρχεται να σου προστεθεί συγκεκριμένα αόριστη και η δική της κι εκεί πια, λαχανιασμένη, τελειώνεις μέσα σε μουντζούρες τις αχαλίνωτες συμπερασματικές σου σκέψεις και γίνεσαι - επιτέλους - ένα έρμαιο που βρέθηκε, ίσως κατά λάθος ίσως σκόπιμα, στο ρεύμα μέσα - ανάμεσα - στη μέση από ένα χτύπημα των δυο φτερών μιας πεταλούδας και μια θεσπέσια ολική καταστροφή.

Κυριακή 5 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt5 - Σαλονίκη

Lyubov Popova, 1924
Αγωνιζόμαστε εδώ και μέρες να ανακτήσουμε την άδειά μας για μία τελευταία κατάδυση στα πραγματικά πολύ ζεστά νερά του παράξενου αυτού μέρους που ανακαλύψαμε. Η αλήθεια είναι ότι η αποστολή μας έχει τελειώσει και δεν έχει απομείνει τίποτα να μας κρατά επάνω σ’ αυτόν τον γέρικο νερο-πλανήτη, θέλαμε όμως, πριν φύγουμε για πάντα, να επισκεφθούμε για μια φορά ακόμη την τελευταία στάση μας.
Όσο ελέγχω το δωμάτιο με τα δείγματα, να είναι όλα τους κλειστά κι ασφαλισμένα, ακούω απ’ τα ηχεία του θαλάμου τη φωνή της γραμματέως του Προέδρου να ζητά διαβεβαίωση από τη σύζυγό και σύντροφό μου στην αποστολή αυτή ότι δε θα παραληφθεί επ’ ουδενί το τελευταίο σκέλος της επιχείρησης.
«Το γραφείο συντονισμού και ο ίδιος ο Πρόεδρος, σας εφιστούν την προσοχή. Έχουν υπάρξει δείγματα ανυπακοής στο παρελθόν που μας κόστισαν και πλήρωμα και πλοία. Η άδεια σας δόθηκε τιμητικά για την καθόλου αμφισβητήσιμη προσφορά σας μα… Επικαλούμαι μπλε κωδικό για τη συνέχιση της πρότασης»
Μπλε κωδικό; Αυτό σημαίνει ότι αυτό που θα ακολουθήσει είναι απόρρητο. Έχω φτάσει έξω απ’ την αίθουσα επικοινωνιών. Από το συνθετικό διαχωριστικό της πόρτας γνέφω στη σύζυγό μου να επικυρώσει τον μπλε κωδικό.
«Επικυρώθηκε. Έλεγα λοιπόν ότι αν αυτή η αποστολή για κάποιο λόγο δεν ολοκληρωθεί, δε φτάσει δηλαδή στο βήμα δέκα, το πλοίο σας δε θα είναι δεκτό να επιστρέψει στη βάση μας και αν η ζημία που θα επιφέρετε στο σχέδιο Μπέρθλαντ εκτιμηθεί πάνω από 63% η επόμενη δόση ζωτικότητας δε θα σας παραδοθεί ποτέ. Επιβεβαιώνετε ότι συμφωνείτε με τους διατυπωμένους όρους; Εάν ναι, πιέστε το πράσινο μπουτόν. Ευχαριστώ. Η συνδιαλλαγή μας ολοκληρώθηκε. Επόμενη επικοινωνία μας θα λάβει χώρα όταν θα βρίσκεστε εκτός ατμόσφαιρας της Γης. Τέλος επικοινωνίας»

«Έτοιμη για τη βόλτα στη μικρούλα πόλη μας;» ρώτησα χαμογελώντας τη σύζυγό μου κι εκείνη μου έγνεψε ναι με τα μάτια. Ντυθήκαμε τις ειδικές μάσκες μας από επεξεργασμένο λάτεξ και ανοίξαμε τη συσκευή μετασχηματισμού αερίων σε αναπνεύσιμο Ρο. Όσο φορούσαμε τα άκρα-λέπια μας ο θάλαμος εισαγωγής αποσυμπιεζόταν και νερό άρχισε να καλύπτει όλο το πάτωμα. Τα φώτα άρχισαν να αναβοσβήνουν μετρώντας έτσι αντίστροφα την έξοδο και ηχητικό απόσπασμα που επαναλάμβανε τα δέκα βήματα της επιχείρησης έπαιζε στα ηχεία. Η ώρα αναβόσβησε δώδεκα στους ειδικούς αμφιβληστροειδείς της μάσκας, οι προβολείς στο δέρμα μας εντόπισαν την εξωτερική ποσότητα φωτός που λόγω θέσης δορυφόρου σε σχέση με την όγδοη περιστροφή της Γης γύρω απ’ τον Ήλιο δεν ήτανε καθόλου αμελητέα και καθορίσαν για λογαριασμό μας μιαν ακτίνα ομοιόμορφου λευκού φωτός εώς και δέκα χιλιομέτρων. Η πόρτα άνοιξε, ο ιμάντας δέθηκε και η γυναίκα μου έβγαλε το δεξί της πόδι έξω.
Βρισκόμασταν στην κεντρική πλατεία της μικρής μας πόλης. Ευθεία μπρος μας σταματούσε το χτισμένο χώμα απότομα ενώ τριγύρω μας αμφιθεατρικά μεγάλα κτήρια, σαν κυψέλες στοιχισμένα μα όχι τόσο ομοιόμορφα φτιάχνανε έναν διάδρομο κάμποσων μέτρων.
Ο πρώτος μας περίπατος σ’ αυτή την στρόγγυλη πόλη ήταν διασκεδαστικότατος. Λοιπόν ακολουθήσαμε ξανά αυτά τα πρώτα βήματα και πήραμε το τσιμεντένιο δάπεδο που λέγεται ΕγνατίαΔΙΑΦΟΡΑ_ΝΟΥΜΕΡΑ προς το τέλος. Περάσαμε μπροστά απ’ όλες τις προθήκες με τα φωσφορίζοντα ενδύματα που παραδόξως βρίσκονταν στα καταστήματα ένδυσης όλης της πόλης και σταματήσαμε για λίγο στη γωνία, πριν στρίψουμε για να περάσουμε μέσα απ’ τον λατρευτικό χώρο που μοιάζει με χελώνα και τον λένε εκκλησίαΑΓΙΑ_ΣΟΦΙΑ για να θαυμάσουμε τα μόνα δείγματα τροφής των εκλιπόντων που δεν κατάφερε το νερό που κάλυψε τα πάντα να διαβρώσει την οργανική τους σύσταση, κάτι πύργους δηλαδή, με βάση και κορυφή από το ίδιο υλικό και ενδιάμεσα ένα καφέ κομμάτι, υποκατάστατο πρωτεΐνης όπως μας δείξανε οι πρόχειρες μετρήσεις κι ένα κομμάτι κίτρινο που έμοιαζε με ζελατίνη, όλα τους το ένα πάνω στο άλλο όμορφα στοιβαγμένα μέσα σε πλαστικά κουτιά που απ’ έξω είχανε το σχήμα ενός φράκταλ μ’ έξι κορυφές και δίπλα έγραφε macSIMPLE_BURGER. Αυτό μου έφερε αμέσως στο μυαλό ένα μικρό παιχνίδι που επινοήσαμε στον πρώτο μήνα της παραμονής μας εδώ βρίσκοντας στα δεδομένα που υπήρχαν στο δίκτυο του πλανήτη έναν τουριστικό οδηγό. Έκανα νόημα στη γυναίκα μου να ανοίξει την ενδοεπικοινωνία.
Μιμούμενος μια φωνή από το αρχείο, είπα:
«Πίσω από την Αγία Σοφία την εκκλησία, επί της Αλεξάνδρου Σβώλου στον αριθμό 8 βρίσκεται το ... ένα cafe bar που δεν συναντάς συχνά στη Θεσσαλονίκη, γιατί περισσότερο σε παραπέμπει ανάμεσα σε βρετανική pub και γερμανική μπυραρία»
Η σύζυγός μου έγραψε στον αμφιβληστροειδή της μάσκας μου τα ελληνικά γράμματα Π Α Λ Π.
Ύστερα διάλεξα μια άλλη φωνή:
«Μνημείο-σύμβολο της Θεσσαλονίκης, που σήμερα υψώνεται μοναχικός στην παραλία της πόλης»
«Λ Ε Υ Κ Ο Σ Π Υ Ρ Γ Ο Σ»
«Εξαιρετικό ενδιαφέρον για κάθε πολύπλευρη τουριστική περιήγηση και μία ευκαιρία για βαθύτερη κατανόηση της Θεσσαλονίκης των περασμένων δεκαετιών αποτελεί η επίσκεψη στις στοές … Εδώ θα έλεγε κανείς ότι ο χρόνος σταμάτησε και η παράδοση συνεχίζει να είναι βίωμα των σύγχρονων εμπόρων αλλά και πελατών»
«Μ Ο Δ Ι Α Ν Ο Κ Α Π Α Ν Ι»
«Πίτα από φύλλο, με γέμιση συνήθως κρέμα ή τυρί, αν και συναντάται και σε άλλες γεύσεις, όπως με κιμά ή σπανάκι»
«Μ Π Ο Υ Γ Α Τ Σ Α»
«Γιος προσφύγων από την Ανατολική Θράκη. Η πρώτη ποιητική συλλογή του Εποχή των ισχνών αγελάδων (1950). Το 1958 ίδρυσε και ανέλαβε υπό τη διεύθυνσή του το περιοδικό Διαγώνιος που κυκλοφόρησε ως το 1983 με ολιγόχρονες παύσεις και τον εκδοτικό οίκο Εκδόσεις Διαγώνιος. Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε ο λεγόμενος κύκλος των ποιητών της Διαγωνίου»
«Χ Ρ Ι Σ Τ Ι Α Ν Ο Π Ο Υ Λ Ο Σ»
« Τραγουδιστής, μουσικός και ποιητής. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό ως ο τραγουδιστής του ροκ συγκροτήματος Τρύπες, από το 1984 ως το 2001»
«Α Γ Γ Ε Λ Α Κ Α Σ»

Της έκανα νόημα να σταματήσουμε. Είναι βαρετό αν ο άλλος τα θυμάται όλα κι εκείνη πράγματι είχε κάνει καλή δουλειά με την απομνημόνευση.
Είμαστε εδώ και ώρα πια στα κατεστραμμένα τείχη της πόλης και κοιτάμε ό,τι απέμεινε όρθιο. Η οριστική μας αναφορά εμπερικλείει μια εκτίμηση για το αιτιατό και το αποτέλεσμα που περιλαμβάνει μέσα έννοιες παράξενες όπως πάγος, υπερθέρμανση, τήξη, στάθμη, υπερχείλιση. Και μόνο που τις σκέφτομαι βαριέμαι. Η άνεση με την οποία αντιλαμβάνομαι αυτό το ρεύμα που έρχεται από βορειοδυτικά με κάνει να σκεφτώ πως ίσως θα ‘τανε ωραία αν πετυχαίναμε αυτή την πόλη ζωντανή, με την γυναίκα μου. Νομίζω θα μας ικανοποιούσε όλες τις αισθήσεις μας η μυρωδιά, που λένε πως το αντίστοιχο ρεύμα αέρα που ερχόταν από τον ποταμό Αξιό, έφερνε αφού ήταν έντονη, βαριά και υγρή κι εμάς η όσφρησή μας είναι κατ’ αντίθεση με των κατοίκων του νερο-πλανήτη, συνδεδεμένη όχι με τη γεύση μα με την αφή.
Η ώρα περνά κι εγώ φαντάζομαι την άπνοια που μία τέτοια μέρα και στιγμή θα έπνιγε, όταν βεβαίως ήταν ζωντανή, αυτή την πόλη. Κι αφού τα πράγματα κυλάν σχεδόν το ίδιο, με μόνη διαφορά αυτό το πέπλο από διάφανο υγρό απ’ οξυγόνο κι υδρογόνο, κι εγώ θ’ ακολουθήσω την πεπατημένη οδό, όπως τη διάβασα και έμαθα απ’ τις πλαστικοποιημένες σελιδοποιήσεις μα και τις υπόγειες ίνες. Θα νοσταλγήσω ένα λεπτό ακόμη την ιστορία που δεν έζησα ποτέ – άραγε θα μπορώ να δικαιούμαι αυτόν τον όρο, νοσταλγία, μιας που ποτέ δεν είχα μνήμη των πραγμάτων, μόνο γνώση; Μπορώ ν’ αξιωθώ της ζώσας μνήμης; - θα επιβληθώ στο ταίρι μου ως ALPHA_MALE και θα το σύρω να τελειώνουμε απ’ το όνειρο, έχουμε να τελειώσουμε την πόλη, έχουμε να πατήσουμε μέσα στα σύμπαντα, να ανεβούμε τρεις και τέσσερις διαστάσεις, ν’ απαλλαγούμε από την υβρίδια αντιγραμμένη τους μορφή και μόλις πιάσουμε και φτάσουμε απ’ την ατμόσφαιρα εκτός μια τελευταία προσευχή όπως την λεν οι άνθρωποι θα πούμε, όπως τη μάθαμε από ηχογραφήσεις και βιβλία ενός εντόπιουΙΑΤΡΟΥ_ΑΚΤΙΝΟΛΟΓΟΥ_ΠΟΙΗΤΟΥ

«Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Α Κ Η Σ»

Οι στίχοι αυτοί μπορεί και να 'ναι οι τελευταίοι
Οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν
Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια
Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάναν όλοι νέοι
Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά
Σε κάποιον άλλο ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος
Γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα
Και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις
Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός
Να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς πιο νέοι


…κι έτσι λευτερωμένοι και γενναίοι θα ενώσουμε τους δεξιούς μας δείκτες πάνω στο κόκκινο κουμπί ώσπου ν’ ανάψει η ένδειξη στο πάνελ:
Ε Κ Κ Ι Ν Η Σ Η Ο Λ Ι Κ Η Σ Κ Α Τ Α Σ Τ Ρ Ο Φ Η Σ






Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt4 - Χουάρες

Fiesta de Los Muertos (Η γιορτή των Νεκρών), Μεξικό

(Δέκα παρά δύο το βράδυ στη Σιουδάδ Χουάρες, στην πολιτεία Τσιουάουα του Μεξικού. Το σκηνικό μία μεταλλική, μεγάλη πόρτα εργοστασίου ερμητικά κλεισμένη και ο δρόμος. Όλα φωτίζονται από τη φωτεινή επιγραφή NF SHOES MAQUILA στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας: μπλε, κόκκινο, άσπρο. Ο καθεδρικός ναός που βρίσκεται στο κέντρο της Χουάρες, χωρίς να φαίνεται σημαίνει δέκα ακριβώς κι ακούγονται τα κουδουνάκια που ορίζουνε το τέλος της βραδυνής βάρδιας. Η πόρτα ανοίγει και με αθόρυβο μα ρυθμικό βηματισμό βγαίνουνε έξω απ’ τη μακίλα οι εργάτριες, όλες γυναίκες, όλες τινάζουνε τα χέρια τους να ξεμουδιάσουν, κάποιες τρίβουν τα μάτια τους, μεγάλες σε ηλικία μόνο καμιά δεκαριά, οι περισσότερες κάτω από τα τριάντα και απ’ αυτές οι μισές κάτω από δεκαεννιά. Όλες μαζί είναι κοντά στις τετρακόσιες. Μόλις κι η τελευταία Μεξικάνα μας περάσει έξω από την πόρτα, χτυπάνε μια το πόδι τους όλες μαζί κι αγέρωχες ανασηκώνουν τις σκυμμένες και αγκυλωμένες από τόσες ώρες σκύψιμο πάνω απ’ τα μηχανήματα πλάτες, στυλώνουνε καυτή ματιά κι ένα ειρωνικό χαμόγελο στους θεατές που τις κοιτάν απορημένοι και αρχίζουνε να τραγουδάνε φωναχτά σε ρυθμό εμβατηρίου ενώ τρεις μαριάτσι τις συνοδεύουν από τον εξώστη)

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!
Viva la fiesta de los Muertos!

Νi una más!
Για ποια από ‘μας
Θα τραγουδήσουνε εφέτος;

Νi una más!
Άμα γυρνάς
Απ’ τη μακίλα μαύρη ώρα

Μη σταματάς
Να μην κοιτάς
Κάτω τα μάτια και προχώρα
ΕΥΑ:

Είμαστε οι εργάτριες
Ένας στρατός από λουλούδια
Στιβαρά

Χάρη σ’ εμάς
Η οικονομία
Προχωρά

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Είμαστε οι γυναίκες της Χουάρες και κάθε βράδυ ξεκινάμε την τιμητική παρέλασή μας για τους προηγούμενους νεκρούς, που ξεκινάει απ’ την πόρτα της μακίλα NF SHOES και καταλήγει γι’ άλλες από ‘μας στα σπίτια τους, τις μάνες τους, τους άντρες τους και τα παιδιά τους και γι’ άλλες, τις πιο άτυχες, στην έρημο του Μεξικού ή και στις πίσω αυλές των παραγκών τους, κάτω από φύλλα λαμαρίνας κι απορρίμματα.

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Κάθε τέλος της βάρδιας, στις δέκα δηλαδή τη νύχτα ξεκινάμε να οργώνουμε, άλλες με πόδια άλλες με ρόδα, τη Χουάρες για επιστροφή, μα την στροφή καμιά φορά αλλιώς την περιμένουμε κι αλλιώς μας βρίσκει. Μες στα σοκάκια λαμπυρίζουνε φωτιές που βγαίνουν από σίδερα κι ύστερα ήρεμα τα φίδια σέρνουνε το θήραμα στις τρύπες.

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Μα και στα σπίτια μας κάτω απ’ τα τσίτια μας κρύβουμε μελανές ζωές, γιατί ματσίσμο και εγωισμός τρώνε από μέσα μας το φως. Αν φέρνεις λίγα είσαι φύρα και κακό, άμα πολλά είσαι μια πούτα ντε λος πέρρος, μία πόρνη πληρωμένη των σκυλιών και άμα σου κάψει ο άντρας σου το πρόσωπο με τον σουγιά του πυρωμένο θα αρέσεις έτσι στον πατρόν;

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες

Για καθεμιά
Με ροζ πανιά
Πάνω στα πρόσωπά τους
Ανοίγουνε το βήμα τους
Δένουνε τ’ ακρωτηριασμένα χέρια τους που αιμορραγούνε
Κόβουνε τη ζερβή θηλή τους με τα δόντια τους
Το δεξιό τους στήθος με μαχαίρι
Σκεπάζονται τις μουλιασμένες σε πετρέλαιο κουβέρτες τους
Κι ανάβουν κόκκινη φωτιά πρώτα στις άκρες των μαλλιών τους
Που απλώνεται αργά αργά στο σώμα τους
Και κοκκινίζουνε φωτίζοντας ευλαβικά
Τα σκοτεινά και βρώμικα δρομάκια της σιουδάδ

Ni una más!
Ni una más!
Ni una más!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες


(Τα φώτα χαμηλώνουν. Οι γυναίκες απομακρύνονται με ρυθμικό βηματισμό. Από τις άκρες της σκηνής, την πλατεία και τον εξώστη δέκα-δώδεκα, ίσως και παραπάνω, άνδρες έρποντας, πατώντας στα νύχια και ακροβατώντας μπαίνουν στο πλάνο, ακολουθώντας τις γυναίκες, οι τελευταίες από τις οποίες που είναι και πιο νέες χασομερούν με πιο αργό βήμα, μιλώντας τάχα μεταξύ τους. Ο φωτισμός γίνεται ψυχρός ενώ η επιγραφή της μακίλα θαμπώνει, όσο οι τρεις νέοι που είναι πιο κοντά στις γυναίκες τις αρπάζουν και τις σέρνουν έξω απ’ τη σκηνή)

ΧΟΡΟΣ β:
Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες

Φέρνουν λεφτά
Κάνουν παιδιά
Αρέσουνε στ’ αφεντικά!

Παράμ παμ παμ
Χα, χα, χα, χα!
Είν’ αδερφές μας και γυναίκες

Είναι παιδιά
Μέχρι τα εφτά
Ύστερα πια ποτέ ξανά


ΧΟΥΑΝ:
Χα, χα, χα, χα!
Τύψη καμιά!
Όταν τις κόβουμε κομμάτια

Πόδια, μαλλί
Δεξί βυζί
Όμορφα, καστανά, δυο μάτια


ΧΟΡΟΣ β:
Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ
Ζήτω οι γυναίκες και τα ζάρια

Τις νύχτες βγαίνουν
Παγανιά
Τ’ αρσενικά τους τα ζευγάρια

Παράμ παμ παμ
Χα, χα, χα, χα!
Κι όσες τολμήσουν να λαλήσουν

Τις κυνηγάμε στα στενά
Τις παίρνουμε στην ερημιά
Τις δίνουμε στ’ αφεντικά
Τις κόβουμε
Τις καίμε

Τρώμε το δέρμα τους
Τρώμε το αίμα τους
Τις σέρνουμε
Τις γδέρνουμε
Τις καίμε

Τις λούζουμε πετρέλαιο
Τις ακουμπάμε στης μακίλα τα σκαλιά
Και τις ανάβουμε φωτιά
Και τραγουδάμε
Σα σκυλιά
Χα, χα, χα, χα!
Οι άντρες της Χουάρες
Χα, χα, χα, χα!
Για τις γυναίκες μας
Τις μάνες μας
Τις αδερφές
Και για τις κόρες μας

Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ!
Παράμ παμ παμ!
Χα, χα, χα, χα!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!

(Οι άνδρες επαναλαμβάνουν τους τελευταίους στίχους όλο και πιο χαμηλόφωνα χτυπώντας με τα χέρια τους το πρόσωπό τους, το στήθος και τα πόδια τους ενώ στον εξώστη φωτίζεται ένα απ’ τα μεγάλα πατρόν, δίνοντάς μας την αίσθηση ότι επικροτεί τον αυτιστικό χορό. Τα φώτα στη σκηνή χαμηλώνουν μέχρι σβήσιμο και μένει μόνο η επιγραφή, το άσπρο φως του πατρόν και ο απόηχος του τραγουδιού: Χουάρες, Χουάρες, Χουάρες)

ΤΕΛΟΣ