Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Πιθανότητες

Αυτήν την Άνοιξη θα διαβάσω.
Μια όμορφη νύχτα αυτής της Άνοιξης που θα έχω διαβάσει, θα συναντήσω κάτι ανθρώπους που κι αυτοί θα έχουν διαβάσει, πριν από 'μένα, ίσως, μα όλοι για τον ίδιο λόγο.
Και θα καθήσω μαζί τους, ίσως από το μεσημέρι, ίσως από νωρίς το απόγευμα, και θα μιλήσουμε.
Ίσως θα φανεί τυχαίο μα δε θα 'ναι, θα 'ναι σκόπιμο.
Θα πιούμε τσίπουρα, ή ίσως ούζα και θα φάμε και μεζέδες.
Σίγουρα θα καπνίζουμε πολύ και θα γελάμε.
Oι καρέκλες ίσως δε βολεύουνε μ' αυτό θα 'ναι το τελευταίο που θα νοιάζει.
Οι κουβέντες μας θα 'χουν τον πρώτο λόγο.
Θα είναι κουβέντες ανοιξιάτικες.
Θέλω να πω θα 'ναι κουβέντες που τις κάνουμε συνέχεια στην καθημερινότητα μας, μα ίσως την Άνοιξη έχουν άλλο νόημα.
Όχι ίσως. Σίγουρα.
Η καρέκλα, ναι.
Πολύ ενοχλητική.
Κι αυτή η δίψα που σ' αφήνει το ούζακι.
Μα δε θα σταματήσει και κανείς μας να μιλάει.
Κανέναν δεν τον παίρνει να σταματήσει, άλλωστε.
Η Άνοιξη σε κάνει να μη θες να σταματάς.
Η Άνοιξη σε κάνει να θες να βγάλεις το σακάκι σου κι ας έχει αεράκι στη γωνία που ίσως καθόμαστε.
Η Άνοιξη σε κάνει να σκέφτεσαι με πιο πολλά χρώματα.
Η Άνοιξη σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι σκέφτεσαι με χρώματα, ίσως.

Το τραπέζι μας ίσως είναι πράσινο αλλά είναι σίγουρα μεταλλικό.
Είναι γεμάτο ψίχουλα, τρίμματα καπνού και στάχτες, ίσως από κάτω να 'χουν στριμωχτεί άδεια μπουκάλια κι ίσως αραιά και πού να τα κλωτσάει κάποιο άταχτο ποδάρι που δε βολεύεται και ίσως πιάστηκε και θέλησε να ξεμουδιάσει.

Ίσως άμα κοιτάξει κάποιος από την απένταντι πλευρά του δρόμου να μας δει έντονα να χειρονομούμε και ίσως κάτσει και παρατηρήσει πώς τα χέρια μας πετάνε και να τα συνδυάσει με τα χείλη μας κι ίσως και με τα μάτια μας και να σκεφτεί ότι ίσως κατάλαβε για τι έχουμε κουβέντα.

Ίσως να βγει η γριά κυρία από απέναντι για να μας πει ευγενικά να μην φωνάζουμε και τόσο, μα ίσως ν' αλλάξει γνώμη και να μείνει σιωπηλή εκεί στον ίσκιο στο μπαλκόνι με τις γλάστρες της ν' ακούει όλα τα λόγια μας και ίσως να δακρύζει γιατί ίσως κάτι να θυμήθηκε.

Κι ίσως εμείς που από ώρα θα την έχουμε καταλάβει και με νοήματα έχουμε δώσει αναμεταξύ μας το σινιάλο, γυρνάμε ένας ένας, κάπου κάπου, και της σκάμε ένα χαμόγελο, άλλοι λίγο πιο συνωμοτικό και άλλοι λίγο πιο αδιάφορο, μα όλα τους αληθινά.

Ίσως να νύχτωσε σιγά σιγά, ίσως να πέρασε η ώρα μα η συζήτηση σίγουρα δεν τέλειωσε.

Ίσως να ήρθε η ώρα για το διάλειμμα κι αυτό το διάλειμμα όλοι μας ίσως το έχουμε ανάγκη και ηρεμούν οι πρωινοί κι έρχονται οι πιο φρέσκοι να αρχίσουνε ένα ζουζούνισμα, ένα γρατζούνισμα, όχι, αυτό π' ακούγεται ίσως είναι δοξάρι κι ίσως και μια κιθάρα κι ίσως κι άλλα μικροπραμάτα που βγάζουν ήχους κι ίσως αυτοί οι ήχοι είναι το μόνο πράγμα που μπορεί ν' αντικαταστήσει την κουβέντα μας.

Ίσως εμείς, όλοι μαζί, λες κι είμαστε συνεννοημένοι, κάνουμε είκοσι εκατοστά πίσω με τις καρέκλες μας και, να, ίσως μόλις βρεθήκαμε σε έναν κύκλο που ίσως δεν ήταν κύκλος μα εμείς κύκλο τον νιώθαμε κι ίσως να πιάσαμε όλοι μαζί σιγά σιγά να μουρμουράμε χαμηλά την «Πικροδάφνη» και ίσως σε μια προσπάθεια του βιολιού να αποσπάσει λίγον ενθουσιασμό πιο πέρα απ' το μουρμούρισμα, ίσως πετύχει κέντρο στόχο τη μνήμη της γριάς κυρίας απ' απέναντι κι αυτή ίσως να κλείσει τα ματάκια της κι ίσως αρχίσει το τραγούδι όπως ίσως το είχε ακούσει, πει και ξαναπεί παλιά στο χωριό της που ίσως ήτανε στην Πίνδο, ίσως ήτανε στα Γιάννενα, ίσως και στο Κιλκίς κι αυτή η Άνοιξη ίσως να μην είναι τελικά όπως την περιμένουμε, έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει, μα σίγουρα αυτή η νύχτα της θα γίνει έτσι ακριβώς, μόνο ίσως τα χρώματα ν' αλλάξουνε, να μην είναι ας πούμε το τραπέζι πράσινο, να 'ναι οι καρέκλες βολικές και η γριά κυρία να 'ναι κύριος μα όλα τ' άλλα, όλα τ' άλλα θα γίνουν έτσι ακριβώς και το μονάχο που δεν έχω φανταστεί είναι το πώς αυτές τις νύχτες στην αρχή της Άνοιξης τελειώνουν.
Το πώς λοιπόν γυρνάει κάποιος σπίτι.



Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Γκλόρια




Ο Χριστός πέθανε για κάποιου της αμαρτίες
-μα όχι για τις δικές μου-
Κάθε που σκέφτομαι τ' όνομά σου, Γκλόρια,
το συνειδητοποιώ
πως ίσως πέθανε για τις δικές σου
-ίσως και για του μπαμπά σου-
μα σίγουρα όχι για 'μένα

εγώ προτιμώ να φαντασιώνομαι τις αμαρτίες μου
κι άμα τύχει και καμιά φορά και πραγματοποιούνται
τυχαία ή μοιραία
-σαν εσένα, Γκλόρια-
τότε νιώθω μια γούβα με σκατά,
βαθειά ως τα Τάρταρα

αλλά δεν ξέρεις ποια είναι η διαφορά
που έχουν οι δικές μου τύψεις
με των άλλων
-έτσι, Γκλόρια;-
επάνω, επάνω
-στην επιφάνεια αυτής της βρωμερής λεκάνης-
αν παραβλέψεις λίγο και την ανηφόρα
θα συναντήσεις να φυτρώνουν
τα πιο όμορφα λουλούδια
-ναι, κι από 'σέν πιο 'μορφα ακόμη!-
κι οι άνθρωποι
όταν τα βλέπουν
παρασύρονται απ' την ομορφιά
κι από τη μυρωδιά
και κόβουν
και μαζεύουνε
για να 'χουν και στο σπίτι τους αυτά τα άγρια λουλούδια
και χαίρονται
και παίζουν γύρω γύρω
χωρίς ούτε ένας να σκεφτεί
ότι όλα αυτά
ειλικρινά
και κυριολεκτικά
βγήκανε μέσα απ' τα σκατά 

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Η Γνωριμία

Θόδωρος Αγγελόπουλος 
Αθήνα, 27 Απριλίου 1935 - 24 Ιανουρίου 2012

Εγώ τον Αγγελόπουλο πριν τα 20 τον ήξερα μόνο όπως τον ξέρουν οι περισσότεροι στην ηλικία μου.
Σαν εκείνον τον κυριούλη που κάνει μουντές, βαρετές ταινίες με ομίχλη και κάτι πλάνα που κρατάνε δύο ώρες.
Δεν ήξερα ούτε γιατί το όνομά του ακουγόταν συνέχεια.
Απλώς το άκουγα.
Και το αναπαρήγαγα όπως το άκουγα. Βαρετά.

Μέχρι που έφτασα δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο και συνάντησα τη Στάθη.
Το μάθημα, Θεωρία της Κινούμενης Εικόνας Ι.
Η αίθουσα απαίσια και η ώρα πρωινή.
Δεν πήγαινα στα περισσότερα παρ' όλο που ήταν η μόνη καθηγήτρια που με κάλυπτε σε πληροφορία.
Απ' όλα αυτά λοιπόν τα λίγα μαθήματα που παρακολούθησα και ένιωθα να με αλλάζουν λίγο, να επιδρούνε πάνω μου, φορά με τη φορά, σ' ένα θυμάμαι πώς ένιωθα απ' την αρχή μέχρι το τέλος του, δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο, ανάσα με την ανάσα.
Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ο Θίασος.



Εννιά και τέταρτο, χωρίς καφέ, στο τρίτο διάζωμα απ' τα όλα κι όλα δέκα-δεκαπέντε, σβηστά τα φώτα, οι κουρτίνες τραβηγμένες.
Να 'μαστε κι εμείς δέκα με δεκαπέντε άτομα, οι τρεις ή τέσσερις που έχουμε λατρεία για τη Στάθη κι όλοι οι υπόλοιποι φυτά ή χαϊβάνια, τουλάχιστον ήταν πρωί και δε χαλούσανε το μάθημα με σχόλια.

Στο μαύρο της κουστούμι η Ειρήνη Στάθη, η πιο λεπτή από κλωνάρι, με κατάμαυρα μαλλιά να σου εξηγεί στο μισοσκόταδο και με φωνή στακάτη τον βίο του Αγγελόπουλου και την αποκατάσταση της Αναπαράστασης και τη δουλειά που ρίξανε όλοι μαζί κι εσύ νομίζεις ότι εννοεί κι εσένα και συνειρμικά το δέρμα σου αντιδράει στις λέξεις.

Μπομπίνα, οξύ, σκουριά, υγρά.

Τα μάτια σου έχουν γεμίσει με τα χρώματα της αυθεντικής κόπιας που δε θα δεις ποτέ σου κι ακούς το κρίτσι κρίτς της μηχανής.

«Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι, χωρίς αμφιβολία, ο Έλληνας σκηνοθέτης με τη μεγαλύτερη διεθνή αποδοχή κι ένας από τους πιο συζητημένους εγχώριους δημιουργούς, τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το έργο του αποτελεί αντικείμενο μελετών, μονογραφιών, συγγραμμάτων, διατριβών, αφιερωμάτων. Πολλά βιβλία έχουν γραφεί σ' όλο τον κόσμο, από την Αμερική και την Κίνα ως την Ιαπωνία και, φυσικά, την Ευρώπη. Οι ταινίες του προβάλλονται παντού και προκαλούν την παγκόσμια προσοχή»
«Τι ξέρετε εσείς για τον Εμφύλιο;»
«Πότε άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος;»
«Μα καλά, εσάς ιστορία δε σας μαθαίνουν;»
«Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1946 με 1949 - ανάμεσα σε ποιους;»
«Μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, δηλαδή των κομμουνιστών και του Ελληνικού Στρατού που ελέγχετο από την κυβέρνηση των Αθηνών, ρε παιδιά!»
«Τελείωσε το '49 με ήττα των πρώτων και θεωρείται η πρώτη πράξη ψυχρού πολέμου στη μεταπολεμική ιστορία»
Δέχεσαι τον καταιγισμό ιστορικών πληροφοριών με ευλάβεια κι ανακούφιση που πηγάζει απ' το γεγονός ότι βρέθηκε κάποιος να στα πει και δε θα πεθάνεις αδιάφορος και μαθαίνεις ότι οι περισσότερες εκ των ομολογουμένως λίγων ταινιών είναι, λέει, μονόπλευρες και απεικονίζουν τους αντάρτες ως βιαστές, ληστές, προδότες, κοινώς εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα.
Να κάτι που ήξερες!
Μαθαίνεις ότι παρ' όλα αυτά υπάρχουν κάποιες ταινίες που προσεγγίζουν την περίοδο διαφορετικά κι ότι η κατ΄εξοχήν τέτοιου είδους ταινία, είναι ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου - εκεί τα χαϊβάνια που είχαν ζαρώσει στα σκοτάδια, χαχανίζουν και σε βγάζουν λίγο από το κλίμα, μα η Στάθη σε ξαναβάζει με το ζόρι κι ας σκέφτεσαι «πώς τολμάνε;» χωρίς να 'χεις ιδέα απ' το πραγματικό μεγαλείο του δημιουργού, ακόμα.
Κι εκεί είναι που ξεκινάει ένα ντελίριο με λόγια, εικόνες, μουσική, σαν εκείνα που βλέπεις σε ταινίες με σχολεία και πανεπιστήμια και ζηλεύεις που γεννήθηκες στην Ελλάδα και δεν είσαι, έστω και λίγο αμερικανάκι κι ευσυγκίνητο.
Μαθαίνεις ν' ακούς τα λόγια πίσω από τα λόγια, τα λόγια πίσω απ' τις εικόνες, τις εικόνες πίσω από τη μουσική.
Ανακαλύπτεις ότι τα πιο επιτυχημένα μονοπλάνα του ελληνικού κινηματογράφου είναι όλα μέσα σ΄εκείνη την ταινία και καταλαβαίνεις τι πάει να πει σημειολογία τόσο καλά που νομίζεις ότι θα γνωρίζεις τα πάντα για πάντα.
Μπαίνεις σε σκηνές όπως αυτή της ταβέρνας-καφενείου στην αρχή, αναρωτιέσαι από πότε επιτέλους παίζει σε ταινίες ο γνωστός παππούς, ακολουθείς το "μπάσταρδό" της κι εκείνη έξω από την πόρτα με το βλέμμα-κάμερα, ανατριχιάζεις χωρίς να ξέρεις το γιατί με τον ύμνο της μεταξικής δικτατορίας, τον βηματισμό και τα παραγγέλματα, το "θα ξανάρθεις" σου φανερώνει το κρυφό του νόημα και τα μάτια σου δακρύζουνε στη θέα ενός άντρα που έχει ανέβει στην καρέκλα του και τραγουδάει με στόμφο το ίδιο με πριν εμβατήριο, κουνώντας σα μαέστρος το χέρι του στον ρυθμό, ασφαλής, αφελής, επικίνδυνος και βαρβάτος στο μπλε του κοστούμι.
Ή αργότερα σε συνεπαίρνει το φοξ τροτ μέσα στην «επαρχιακή» (πώς να ξέρεις άλλωστε;) μπουάτ και δυσανασχετείς με τους μαλάκες με τα καβουράκια που σπάνε τ' αρχίδια των παιδιών και βλέπεις με απορία τον γλοιώδη μαγαζάτορα να παίρνει τη θέση που του επιβάλει η εξουσία, με το μυαλό σου να λέει «τι να κάνει κι αυτός ο έρμος;» και τ' αυτιά σου να μην το δέχονται και να στέλνουνε τον κόμπο στον λαιμό σου.
«Σαν μου λεν να φύγω από κοντά σου/ πιο καλά ο ήλιος να σβηστεί/ σ' έχω τόσο συνηθίσει, σ΄αγαπώ τόσο πολύ/ ασ' τον κόσμο κι έλα δωσ' μου ένα φιλί»
«Των Άγγλων τα κανόνια κι η νέα διαταγή/ έκαναν τους αντάρτες να τρέχουν σα λαγοί/ την κόκκινη αρκούδα να πάρει τα βουνά/ ω, γενναίε βασιλιά»
«Δεν μας τρομάζουν/ των άγγλων τα κανόνια/ ούτε του Σκόμπι/ η νέα διαταγή/ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή/ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή»

«Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά/ Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά»

«Γιουπι για-για-, γιούπι-γιούπι για/ δεν τον θέλουμε τον βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία/ λαϊκή κυριαρχία/ γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για»

«Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για/ των Ταγμάτων Ασφαλείας τα παιδιά/ με τους άγγλους χέρι-χέρι/ και με τα παιδιά της «Χ»/ ως τη Μόσχα θε να κάνουν κατοχή»

Κι ανεβαίνει η κοπελίτσα στη σκηνή κι εσένα ο κόμπος στον λαιμό σου παλεύει να μη γίνει δάκρυα και γίνεις ρόμπα στον Χάρη και προπαντός στη Στάθη, το 'χες από πάντα αυτό το κόμπλεξ με το ρεζιλίκι, και το πόδι σου κουνιέται στο ρυθμό κι η κοπελίτσα τραγουδάει:

«Το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι έβγαλε φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/ πάει στο Κολωνάκι/ για να βρει αγοράκι/ το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/ με την αγγλική πολιτική»

και χορεύουν τα παιδιά, χειροκροτάνε ζωηρά και συνεχίζει το τραγούδι και λες νικήσαμε και κλαις κρυφά ώσπου βγαίνει το πιστόλι και κινάν να φύγουν τα παιδιά κι ύστερα νιώθεις θυμό μα ύστερα σου φεύγει και λίγο τρομάζεις όταν βλέπεις να χορεύουνε βαλσάκι τα κοράκια και ρουφάς τη μύτη σου κι η Στάθη σταματάει την ταινία και κάνεις ένα διάλειμμα απ' την έκσταση, να πάρεις μια ανάσα, να μάθεις κάτι που εύκολα θα το σκεφτόσουν μόνος σου, ότι ο Αγγελόπουλος χρησιμοποιεί τη μπρεχτική μέθοδο,  τοποθετεί δηλαδή τον θεατή μπροστά ακριβώς από τα γεγονότα, ένα ταμπλώ βιβάν, να πούμε, ένα κουτί μπροστά σου να διαλέξεις με ποιον είσαι, ποιος είσαι, χωρίς γωνίες και κρυφές ματιές, θέαμα κάδρο, καθαρό, δεν είσαι ηδονοβλεψίας, για να τα δεις γίνονται όλα.

Κι ύστερα η σκηνή με τη γυναίκα με το κόκκινο παλτό που σου μιλάει και την ξέρεις από πάντα, είναι η γιαγιά σου στο πιο όμορφο κι ύστερα η σκηνή με τον άντρα που 'ρχεται και κάθεται κοντά σου σ' ένα τρένο γεμάτο ίδιους ανθρώπους κι ανάβει τσιγάρο και σου εξηγεί καλύτερα απ' τα βιβλία κι ύστερα η Απελευθέρωση με τ' άλφα κεφαλαίο κι ύστερα η Γκόλφω που 'ναι αστεία και τραγική συνάμα κι εσύ ανατριχιάζεις με τη λεπτομέρεια κι οξυγονώνεται ο εγκεφαλός σου και τα πόδια σου δε σταματάνε να κουνιούνται σε φοξ τροτ κάτω απ' το έδρανο κι αναρωτιέσαι αν κανείς από 'κει μέσα έχει πάθει το ίδιο, μπα, δε νομίζεις, ίσως ένας, κι όσο τα σκέφτεσαι αυτά η Στάθη κλείνει τον προτζέκτορα κι έχουν τελειώσει οι τρεις ώρες κι εσύ πανικοβάλεσαι, και τώρα τι θα γίνει, θα συνεχίσεις την κουτή ζωή σου;

Αναρωτιέσαι.



Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Hey, baby...



Θα κατεβώ μια μέρα απ'το λεωφορείο που με πάει στη δουλειά/
Θα περπατήσω μέσα στη βρώμικη γειτονιά σου που βλέπω κάθε μέρα/
Θα ρωτήσω να μου πουν ποιο ειναι το καλύτερο μέρος για καφέ και πρωινό/
και θα πάρω μια εφημερίδα απ'το περίπτερο, αυτό, απέναντι απ' το σπίτι σου κι αντί για ευχαριστώ θα πω στον περιπτερά: 
Hey, baby... take a walk on the wild side/

Στο πρωτοσέλιδο με κεφαλαία γράμματα θα φωσφορίζουνε οι χθεσινοί φόνοι/
Εσύ θα κάνεις βόλτες στο μυαλό μου κρατώντας ένα κόκκινο πανί κι αναπολώντας την ημέρα που η ομίχλη καθόταν στην παλιά τραγιάσκα μου/
"μυρίζεις τζάκι!"/
Θα ζητήσω ένα τσιγάρο ή ένα κουτί σπίρτα από τη σερβιτόρα με τα μαύρα μάτια και 'κείνη θα μου ψιθυρίσει τρυφερά: 
Hey, honey... take a walk on the wild side/

Θα μείνω μέχρι να νυχτώσει, πίνοντας μόνο καφέ/
μετά θα βγω έξω τρεκλίζοντας και θα χτυπήσω μανιασμένα τον πρώτο που θα δω/
κι αφού τον ρίξω κάτω και τον φτύσω θα μπω στο δίπλα μπαρ/
και θα παραγγείλω το ουίσκι σου, με νάζι, από τον μπάρμαν που θα τραγουδάει σιγανά:
Hey, baby... take a walk on the wild side

Ύστερα θα μπεις εσύ μέσα στο μπαρ, μαζί κι η σερβιτόρα κι ο δαρμένος τύπος κι ο περιπτεράς/
θα βγάλεις τα τσιγάρα σου απ'την τσέπη μου, θα κάτσεις δίπλα μου, θ' ανάψεις/
η σερβιτόρα θα χορέψει με τον τύπο κι ο μπάρμαν θα χτυπήσει τα μπουκάλια στο ρυθμό/
οι δύο μπάτσοι που μας κόβουνε, στην άκρη, θα πιαστούνε χέρι χέρι και θα ενώσουνε τα χείλη τους/
και η γριά που ζητιανεύει απ' έξω θα γδυθεί και θα 'χει σώμα νέας και θα την αγαπήσει ο περιπτεράς/
κι εγώ θα σου γεμίζω το ποτήρι, θα σ' ακουμπάω απαλά στο κάτω χείλος και θα σου τραγουδήσω μυστικά:

τού τού τού, τού τού ρού τού, τού τού. τού τού ρού, τού τού τού...

κι εσύ τότε θα πεις γελώντας δυνατά: 
Hey babe, take a walk on the wild side
And the coloured girls go: Doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo Doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo, doo

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

TRAITEMENT.avant_le_samedi


Είναι πρωί και έχει νύχτα. Ξύπνησα αλλά κάνω πως κοιμάμαι να το πιστέψει ο εαυτός μου και να μην γκρινιάζει. Σκατά, δεν τα καταφέρνω. Σηκώνομαι, ντύνομαι, φεύγω, στο δρόμο το παίζω ανάλαφρη και χαρωπή, «έλα Παρασκευή είναι, τελείωσε», σκατά πάλι, σιγά μην έπιανε, με ακουμπάνε, νευριάζω, το λεωφορείο θα ‘ναι πάντα ενοχλητικό όπου κι αν είμαι, σ’ όποια χώρα, κατεβαίνω, κι άλλο στριμωξίδι, ηρεμώ μόνο στο στενό το δικό μου, σ’ αυτά τα πενήντα βήματα λίγο αποξενώνομαι από το πανικόβλητο εγώ μου και τ’ αφήνω στη γωνία, έχω να συγκεντρωθώ στο να αντέξω. Φτάνω στην ώρα, σκάλες, άλλο βασανιστήριο, κάθε σκαλί πιο σκούρο απ’ το προηγούμενο, ή όχι, κάτσε, δεν είναι τα σκαλιά, το ηλίθιο, χεσμένο απ’ το φόβο του εγώ μου πάλι βρήκε την τρύπα του και ξεπετάχτηκε να κάνει τα δικά του. Το φιμώνω γι’ άλλη μια φορά, τώρα οριστικά και περιμένω έξω απ’ την πόρτα δεκαπέντε δευτερόλεπτα να πιάσω την ανάσα μου, μπαίνω μέσα, σιγά μην πρόλαβα να βρω ρυθμό αναπνοής, καλημερίζω, κάθομαι, κρατιέμαι να μην είμαι τόσο λαχανιασμένη και γίνω ρεζίλι, ένα, δύο λεπτά, πάει κι αυτό.
Κωλοδουλειές, άλλες φορές αρχίζω κατευθείαν , άλλες μαλακίζομαι να φύγει η ώρα, φεύγει, σιγά σιγά στην αρχή, ανά πέντε λεπτά κοιτάω το ρολόι, πιο γρήγορα μετά, διαβάζω εφημερίδες στο ίντερνετ, μιλάω, ρητορεύω αγχωμένη μη και με δει κανείς από ‘κει μέσα, όχι ότι θα μου πει και τίποτα αλλά έτσι, δε γουστάρω, διάλειμμα, δε σηκώνομαι αμέσως αφήνω να περάσει έτσι το μισό, στ’ άλλο μισό θα κατεβώ, στις σκάλες στρίβω το τσιγάρο, ευτυχώς που έχει κρύο και τα κωλόπαιδα απ’ τον κάτω όροφο μπήκανε γρήγορα μέσα, ανάβω, σα να μην έχει πολύ κόσμο σήμερα το μπουρδέλο, κάθομαι, κρυώνω λίγο, σκέφτομαι, τ’ αποφασίζω, αφήνω το μαλακισμένο εγώ να βγει για λίγο για θα σκάσει, αυτό τρελαίνεται, δε θα μου κάνει τη χάρη, όχι! Όποτε θέλω εγώ να την ακούσω αυτό θα κάνει τον καραγκιόζη; Να πάω να γαμηθώ, αυτό μου λέει και κλειδώνεται πίσω μόνο του. Στο διάολο του λέω κι εγώ και σηκώνομαι, γαμώτο, κατουριέμαι και κρυώνω και θ’ ανέβω πάλι αυτές τις κωλοσκάλες, τρελαίνομαι.
Τ’ απόγευμα περνάει πιο καλά, οι κουλές τρελόγκες φύγανε μετά το διάλειμμα, θ’ αργήσουν να γυρίσουν, ηρεμώ για λίγες ώρες, χάνομαι στον ιστό, ανοίγω ένα παράθυρο για δουλειά, ένα για διασκέδαση και προσπαθώ να τα κάνω σχεδόν ταυτόχρονα, μερικές φορές το καταφέρνω, χαίρομαι, περνάν τρεις ώρες, έχω κάνει και δουλειά καλή όχι αστεία, γυρνάνε οι κουλές, γάμα τα, πάλι στο ντουλάπι, όχι ότι φταιν κι αυτές, εγώ είμαι το ζόρι, δε βαριέσαι μια ώρα έμεινε θα περάσει, είμαι σε εγρήγορση, το στομάχι γουργουρίζει, το ρουφάω προς τα μέσα ν’ ακούγεται λιγότερο, έχω κι έναν ξερόβηχα, απομεινάρι αρρώστιας, καταραμένο, διαβάζω κάτι και γελάω σιγανά, σκέφτομαι γρήγορα, τεντώνομαι, ρουφάω τη μύτη μου και βήχω.
Παρά είκοσι, αυτές αρχίζουνε την πάρλα, εγώ τελειώνω σ’ αναμμένα κάρβουνα τα σωσίματα, σηκώνομαι σεμνά, κάνω πως παρακολουθώ για λίγο την κουβέντα, κλείνω διακριτικά το ένα μηχάνημα, μαζεύω αργά, καλώδια, τα βάζω όμορφα όμορφα μέσα την τσάντα, ακόμα κάνω πως παρακολουθώ πού και πού, ξεροβήχω, σβήνω το δεύτερο μηχάνημα, ταιριάζω το γραφείο, παίρνω απ’ την καρέκλα  το σακάκι μου, τις κοιτάω, το φοράω, δε μου δίνουν σημασία, κάνω ένα βήμα μπρος, ακόμα σημασία, λέω γεια, μου λεν καλό σαββατοκύριακο χαμογελώντας (οι καλές μου!) και εξαφανίζομαι.

Πετάω στις σκάλες, δε στρίβω τσιγάρο, βγαίνω απ’ την πόρτα, σα να ‘ναι ο καιρός λίγο πιο όμορφος, βρε σα να γλύκανε, κοίτα να δεις, χαμογελάω, θα περπατήσω σήμερα, ναι! Σήμερα δεν έχει τη βρωμιά του λεωφορείου. Χαμογελάω, περνάω το δρόμο μου, τον περπατάω, σήμερα δε μ’ ενοχλούν τα σχολιαρόπαιδα, δε θα συνωστιστώ μαζί τους, εξατμίζονται, μαζί μ’ αυτά κι η στάση, στ’ απέναντι το πεζοδρόμιο δύο κορίτσια γελάνε, η μία έχει ακορντεόν και κουβαλάει σακίδιο, σε κάποια θ’ άρεζε αυτό σκέφτομαι, χαμογελάω, αρχίζει παίζει το κορίτσι, περπατάν πιο γρήγορα, κι εγώ μαζί, ο δρόμος μας χωρίζει, περνάν την κάθετο, εγώ έχω φανάρι, «ε περιμέντε με, έρχομαι», περνάω κι εγώ, είμαι από πίσω και χαμογελάω, περνάν ποδήλατα, μαμά μπροστά και πίσω ο μπόμπιρας, γελάνε, κι εγώ γελάω, αυτός ο δρόμος πώς μ’ αρέσει, τα δέντρα του μ’ αρέσουνε, τα κορίτσια πάνε γρήγορα, «ε βρε, λυσσάξαν!», σκέφτομαι, θέλω να στρίψουνε εκεί που στρίβω, ατυχία, συνεχίζουν, τι να κάνεις, προχωράω, ένα αμάξι σταματάει να περάσει ένας παππούς κι ας έχει κόκκινο, χαμογελάνε, προχωράω και νομίζω ότι ακόμα ακούω ακορντεόν, το σκέφτομαι, γελάω, για μια στιγμή τ’ ακούω ξεκάθαρα, γυρνάω, τίποτα πίσω, συνεχίζω,  σε μια στροφή τις βλέπω, θαυμάζω την υπέρτατη ακοή μου και χαίρομαι, μυρίζω τζάκι και γελάω, περνάω το πάρκο, περνάω την κάβα, περνάω το λουλουδάδικο, το επισερί, μπροστά μου δυο παιδάκια τρέχουνε, προσέχω να μη βγουν στο δρόμο, τ’ αμάξια ουρά στο δρόμο δίπλα μου ακίνητα κι εγώ νερό, ποτάμι, ποιος με πιάνει, σ’ έν’ αυτοκίνητο μια με κοντό μαλλί κι ωραία μάτια μάλλον θύμωσε, γυρνάω την ξανακοιτάω και χαμογελάω, περπατάω, δε γύρισα να δω αλλά είμαι σίγουρη, της έφυγε ο θυμός, μια κυριούλα από πίσω μου παλεύει να με φτάσει, αν και κουράστηκα θα παίξω, για λίγο είμαι μπροστά, μετά κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή μου και η μαντάμ με πέρασε, ας είναι, ήταν άξια, ένας που τρέχει, με κολλάν, και ξεφυσάει με ρυθμό, φου φου σσσς, φου φου σσσς, το τραμ που γίνεται, τα έργα που τελειώνουν τόσο γρήγορα, τους χαιρετάω, φανάρια, πέτυχα πράσινο, περνάω, το δικό τετράγωνο, ο μαύρος δρόμος και οι μάντρες και πριν να στρίψω, νάτονα, ο έφηβος μαυρούκος γείτονας με το γουναριστό καπέλο, χαζόπαιδο και τι ψηλός, τον σκέφτομαι, γελάω, έστριψα, να και ο θείος με το φωνακλάδικο σκυλί, αυτός πηγαίνει πιο αργά απ’ τον χάρο κι αυτό χοροπηδάει σαν τρελό και τρέχει σαν τον σίφουνα, τους χαιρετάω, να κι η παράξενη εκκλησία, σαν σε ταινία, κλειστή, ανοίγει πια μόνο την Κυριακή, ο κήπος, τα ροδάκινα, τ’ αμύγδαλα, ξέρω τα δέντρα, τα ξεχωρίζω, χαίρομαι χαμογελάω, μία κυρία πάει να παρκάρει πάνω μου, δε με πειράζει, χάζευα, είναι γλυκούλα, μου γελάει, κανείς δε βρίζει σήμερα, είναι Παρασκευή, η κόκκινη μοτοσυκλέτα μας αρέσει, μου ήρθαν δάκρυα κι αυτός ο κόμπος μα γελάω, κοντεύω σπίτι, μυρίζω τζάκια και μαλακτικό, σ’ ένα σχολείο τα παιδάκια τραγουδάν Λας Κέτσαπ, άλλο κι αυτό, πού τις θυμήθηκαν, είμαι χαρούμενη, σχεδόν μυρίζω το κρεβάτι και τα ρούχα μας, ακούω το ράδιο, τον καπνό, τα αγκαρμπάθι, το κρασί μες τα φαρδιά ποτήρια, πέντε σκαλιά η ρεζιντάνς και στο καθένα είναι Παρασκευή, να το ποδηλατάκι, και να και το παράθυρο, χτυπάω το κουδούνι, μου ανοίγεις, είναι Παρασκευή και σε φιλάω, σε λίγο τρώμε και γελάω, είναι Παρασκευή, είναι Παρασκευή, είναι Παρασκευή, είναι Παρασκευή, είναι, είναι, είναι, είναι Παρασκευή, γελάω.



photography: 

Le trompe l'oeil de la rue méditerrannée, Bernard Boujot 

(bernard-boujot.blogspot.com)

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011

Mπορεί να δω μια μέρα ένα όνειρο



Σκέφτομαι ότι μπορεί να δω μια μέρα ένα όνειρο που θα ‘χει μέσα του μια πόλη με χρώμα γκρίζο και καφέ και γεύση σαν μεταλλικό καπάκι μπύρας, που οι άνθρωποι θα τριγυρνάν, αγέλες, σε πάρκα και πλατείες σαν τρελοί και τα πελώρια περιστέρια που θα ‘χουν βγει την κυριακάτική τους βόλτα με τα μωρά, τους φίλους και τους έρωτες θα μας πετάν κομμάτια από κουλούρια Σαλονίκης, και θα μας περιμένουνε, σα σμήνος από λιμασμένα ζόμπι με σπαστικές κινήσεις και γκριμάτσες αγωνίας να συνωστιστούμε μπρος τα πόδια τους για να γελάσουν και να νοιώσουν ξενοιασιά. Και τα μικρά τους με μανία τρομερή θα θέλουν να μας πιάσουν «για να παίξουμε, μαμά!» απ’ τα μικρά μας πόδια και τα χέρια, και ίσως να ξεφύγει και κανένα απ’ την επίβλεψη και με το ράμφος του ανοίξει την κοιλιά μας, να δει αν είμαστε ίδιοι από μέσα.
Κι αφού νυχτώσει και τελειώσει η παρέλαση και μετρηθούμε πόσοι μείναμε κι απόψε, και αποφάμε απ’ τα σκουπίδια και γλαρώσουμε, απάνω στις γωνίες των σπιτιών θα σκαρφαλώσουμε και σιγανά ν’ αρχίσουμε το μοιρολόι και το κλάμα, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε και να σπαράξουνε με ουρλιαχτά και σάλια, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε και να γυρίσουν να σκοτώσουνε αυτόν που ουρλιάζει, και κάποιοι από ‘μας να μην αντέξουνε κι απλώς να κατεβάσουν το κεφάλι.
Να φεύγει η νύχτα και το χάραμα σήμα να δίνει για να κατεβούμε πάλι, μόνο που αντί η μέρα που ξημέρωσε να ‘ναι καινούρια, η ίδια είναι πάλι Κυριακή, η ίδια βόλτα, οι πλατείες, τα κουλούρια και το σμπρώξιμο στη γκρίζα και καφέ αυτή πόλη, τα εντόσθια απ’ τους δρόμους καθαρίστηκαν και τα κεφάλια των ανθρώπων καθαρίστηκαν κι αυτά από τη μνήμη, τα στόματα ορμάνε στην τροφή απ’ τον ουρανό και ως τη νύχτα που θ’ αναγκαστούμε ν’ ακουμπήσουμε τον δίπλα μας, κανένας μας δεν ξέρει πια κανέναν.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

ΤΡΕΙΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΟΥ JOHN EDWARDS



Είμαι γέρος. Είμαι μόνος. Είμαι άσχημος.
Είμαι πότης. Είμαι πούστης. Είμαι ένας ζωγράφος.
Francis Bacon (1909-1992)


I.      ΠΡΟΦΙΛ, ΑΡΙΣΤΕΡΟ

Σ’ έχω εκεί, απέναντί μου, χωμένα τα τρία μέλη σου στον χώρο. Είμαι γέρος πια κι όχι γερός. Ποτέ δεν ήμουνα. Έχω και πρόσωπο, κάποιοι με παίρνουνε στα σοβαρά.
Όπως σε βλέπω καρφωμένο, θυμίζεις αναπόφευκτα αψεγάδιαστο σφάγιο πάνω στον γάντζο κι απ’ το γαλάζιο φόντο σου μ’ ελπίδα περιμένω κάποιον νεαρό μα γυμνασμένο απ’ τη δουλειά και τρισχαριστωμένο, γλυκερό χασάπη, για να σε ξεκρεμάσει και να ρωτήσει με χωριάτικη, έμφυτη ευγένεια «Για σούπα ή για ψητό;».
Όταν δε ζωγραφίζω πίνω. Κρασί σε παμπ, κρασί σε ρεστοράν, κρασί και μόνος μου στο δρόμο, αν και απαγορεύεται -σου λέω- πια. Αλλά εσύ δεν ξέρεις.
Ζωγράφισα προχθές και κάτι ακόμα αντί ν’ ασχοληθώ με ‘σένα και τα μέλη σου, δεν ήθελα, φοβήθηκα, ήτανε βράδυ και είχα ήδη κάνει εμετό απ’ το ποτό, δεν ήταν ώρα, έκατσα κι έφτιαξα λοιπόν μ’ ωραία χρώματα, σαν τη φωτιά, ένα σκυλί, μ’ έξω τη γλώσσα και δόντια ολόασπρα, φανταχτερά. Πόσο εύχομαι να ‘χα πετύχει έτσι, ολόιδια και το δικό σου στόμα. Μ’ αρέσουνε τα στόματα, είν’ όμορφα. Έχουνε χρώματα ζωηρά ανάμεσα στα χείλη και τα δόντια, τα ούλα μόνο έχουνε χίλιες αποχρώσεις, μα τα δικά μου στόματα –αυτά που ζωγραφίζω, ανίδεε, εγώ έχω μόνο ένα- πάντα τα κάνω μαύρα, ξέρεις το γιατί; Γιατί ποτέ δεν πέτυχα σωστά, όπως το θέλω, ούτε ένα.

II.   ΑΝΦΑΣ

Σκέφτομαι πως καμιά φορά, αν μου μιλούσες, σίγουρα θα ρωτούσες με αναίδεια αν πράγματι νομίζω ότι μοιάζουνε αυτά τα εκτρώματα που φτιάχνω με ανθρώπους κι όταν θα σου ‘λεγα πως ναι, αυτό ακριβώς νομίζω, θα γέλαγες ειρωνικά, θα μου ‘δειχνες τον κώλο σου χτυπώντας τον σαν μια μαϊμού και θα ‘λεγες πιο φωναχτά κι αναίσχυντα «Να! Να τα διαβολικά σου ανδρείκελα θαρρώ πώς μοιάζουνε!».
Τότε κι εγώ θα έκανα πως θύμωνα και θα πετούσα σκούρες κόκκινες σταλαγματιές από μπογιά σαν αίμα, πάνω στο λάθος μέρος του καμβά, εκεί που μια τυχαία ανακάλυψη λόγω της φτώχειας με οδήγησε να γρατζουνάω πάντα τα πινέλα μου, τάχαμου ζόρικα και πονεμένα, μα μέσα μου σαν τρελός τράγος θα διασκέδαζα, γιατί μ’ αυτά σου τα καμώματα τα χρώματά μου θ’ αποκτήσουν μία πρόστυχη, σατυρική και ζωηρή χαρά.
Φτωχός αυτός που έπειτα θα δει τον πίνακα, θ’ αναρωτιέται με κρυφή την σιγουριά, τι τρομερό οραματίστηκα και σε τι δίνες έπεσα με το μυαλό μου για να τον δημιουργήσω!
Δεν είναι απλά φανταστικό αυτό το ευτυχές ατύχημα;

III. ΠΡΟΦΙΛ, ΔΕΞΙΟ

Καμιά φορά όταν δεν έχω πια κανέναν γύρω μου και θέλω πώς και τι να ζωγραφίσω, με αηδία αντικρίζω την εσχάτη όλων των λύσεων. Με σιχαμάρα έκδηλη, απέναντί μου, κοιτάζω πίσω απ’ τα χαλάσματα, ξερές μπογιές, πανιά κι άδεια μπουκάλια, τ’ οργανωμένο χάος μου, βασίλειο απ’ τα λίγα και ξεχωρίζω στο ημίφως με τα μάτια μου μισόκλειστα ένα οβάλ, σκούρο βελούδο μπλε, σαν φάντασμα, με τρία πόδια να στηρίζεται και να κοιτάει πίσω.
Μ’ ανατριχίλα καταπίνω τον καπνό απ’ τo τσιγάρο μου, βάζω στο χθεσινό περίσσευμα του λερωμένου ποτηριού μου μια απ’ τα ίδια κι ανάλογα τα κέφια των νευρώνων που ορίζουνε τα χέρια και τα μάτια μου, σβήνω ή ανάβω βλαστημώντας κι άλλα φώτα.

Ταινίες έχω δει πολλές. Φωτογραφίες πιο πολλές. Χέζω τη φαντασία, την υποτιμώ. Τραβάω το μπλε βελούδο ξαφνιασμένα κι είμαι έτοιμος κι ωμός, χωρίς αισθήματα, σαν αστυνομική φωτογραφία και σα νερό, περιπλανώμενος, πάντα στη λάθος μεριά, σκάβω και θάβω γκροτέσκα αυλάκια, πάνω στο πρόσωπό μου που μισώ.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Μπλουζ





Τίποτα δε μπορώ να κάνω.

Εσύ με παράτησες και σκαρφαλώνεις.

«Θα κατέβω αύριο να σε δω» μου είπες.

Μα πρέπει να ‘ρθω ως τους πρόποδες

και όταν πέσει ο ήλιος.

Γιατί πιο πριν δε θα ‘σαι εκεί.


Και τηλέφωνο με πήρες

-   δυο φορές -

αλλά και πάλι εγώ δεν πείστηκα.


Ή μάλλον πείστηκα

και πίστεψα

αγάπες και λύπες και λατρείες

αλλά αυτή η μπάσταρδη η πίκρα απ’ το λαρύγγι μου δε φεύγει.


Και όσο γράφω τώρα

τόσο γεμίζει η μπανιέρα του λαιμού μου

κι αν κρατηθώ

ίσως και να μην ξεχειλίσει.


Κι αν κρατηθώ

ίσως ρουφήξω πίσω αυτή τη σήψη,

που ανάθεμα το σιντριβάνι που την ξεπετάει

κάθε φορά που μ’ ενοχλείς,

που ενοχλούμαι,

που ντρέπομαι ή δέρνομαι,

κάθε φορά που σκέφτομαι

πόσο άλλα τα περίμενα

και πόσο άλλα ήρθαν.


Ίσως κατέβει η στάθμη

της σαπίλας που ‘χω στο λαιμό

κι άμα κατέβει

μπορεί να πάρει και μαζί της

τη μαυρίλα

που ‘χω στο μυαλό.


Μπορεί να είπα

σ’ αυτόν που ρώτησε

ότι προέρχεται από ορμονικές εκκρίσεις,


«Εκείνες οι μέρες, καλέ μου, ξέρεις τωρα!»


Αυτό που ξέρω όμως  εγώ

κι αυτό που είναι αλήθεια

είναι ότι οι σαπίλες

κι οι μαυρίλες

κι άσχημες μυρωδιές,

καπνοί τραχείς

και κεραυνοί,

βροχές

 και σύννεφα,

  όλα,  

τις λέξεις σου

έχουνε πηγή,

μωρό μου.


Ναι, 
μου το ‘πες πάλι πριν,

ευθύνη εσένα δε βαραίνει.


Όταν ο ήλιος δύσει

τότε είναι η ώρα,

η καθορισμένη.


Δε φταις εσύ γι’ αυτό.

Ούτε που «επάνω»

τα τηλέφωνα είναι απαγορευμένα

και πρέπει

να κρυφτείς για να με πάρεις.


Ούτε που δε μπόρεσα

 να ‘ρθω πιο νωρίς ν’ ανέβω κι εγώ

«πάνω».


Ούτε που έπρεπε να τον γνωρίσεις.

Αφού στο ζήτησαν.


Κι ούτε που ήθελες

 να δεις πώς είναι, φταις.


Δεν είσαι εγώ που δε χρειάζεται να δω.

 Που ξέρω.


Όλα τα ξέρω.

 Και πως αυτό που σκέφτομαι

δεν είναι σωστό,

κι αυτό το ξέρω.


Όλα μες το κεφάλι μου όμως, γλύκα,

τ’ ακούω λογικά.


Και μία είναι η φράση που ‘ρχεται.


Σιγά σιγά.


Ή γρήγορα.


Πάντα η ίδια σχηματίζεται.


Για ν’ απαντήσει στα

«τότε, γιατί όλα αυτά;»




«Πόσο υπέροχα

 θα ήτανε, μωρό μου,

 άμα

 δεν

 ήθελες

να

πας»

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Ένα. Δύο. Τρία.




Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.
Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.
Πάλι.
Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.
-Όσο και να το κάνω τίποτα, διάολε! είπε φωναχτά κι ευχήθηκε να μην είχε ξυπνήσει το Κουραμπιέδι, γιατί μετά δε θα το ‘πιανε ύπνος και θα ‘πρεπε να το βγάλει βόλτα μες το χάραμα. Σήκωσε διακριτικά το κεφάλι του και κοίταξε έξω απ’ το δωμάτιο, ακριβώς στη γωνία του μπάνιου με το χολ. Εντάξει δεν είχε κουνηθεί καν.

-Σιγά μην κουνιόσουνα τεμπέλικο, σήμερα περπάτησες ένα τέταρτο πάνω απ’ το κανονικό και ψόφησες! Μωρέ τι μου ‘ρθε να σε πάρω εσένα, παιδί να γένναγα μόνος μου λιγότερη φροντίδα θα ‘θελε! είπε πάλι λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά με την κρυφή ελπίδα ο σκύλος να τον ακούσει και να φιλοτιμηθεί να του ρίξει έστω μια ματιά, εκείνος όμως συνηθισμένος στις συχνές αϋπνίες του Ορέστη Σταχτάρα γύρισε απλώς πλευρό ρουθουνίζοντας.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Ούτε για πλάκα. Πάλι τα ίδια, για πέμπτη φορά μέσα σ’ αυτήν την έρμη τη βδομάδα που δε με πιάνει ύπνος. Και να πεις ότι είμαι ξεκούραστος; Πού τέτοια τύχη; Σκατά. Σήκω. Μάλιστα. Έτσι μπράβο.

Οι μεταμεσονύχτιοι και όχι μόνο διάλογοι με τον εαυτό του ήταν πλέον συχνό φαινόμενο και δεν τον τρόμαζαν πια. Στην αρχή είχε ανησυχήσει βεβαίως ειδικά όταν το παρατήρησε η Αρχοντή, στο γραφείο.

-Να, είναι σα ν’ ανοίγεις σοβαρή κουβέντα, κύριε Ορέστη, μόνο που μιλάς κι απ’ τις δυο μεριές εσύ, του είπε όταν τη ρώτησε τι εννοεί.

Στην αρχή δεν την πίστεψε, ύστερα όμως έπιασε τον εαυτό του κάνα δυο φορές να παραμιλάει και σκιάχτηκε.

«Ρε λες να τρελαθήκαμε στο άνθος της ηλικίας μας; Καλά καλά δεν έχουμε πατήσει τα πενήντα πέντε ρε Ορέστηηη!» σκεφτόταν και κλαιγότανε για κάμποσο καιρό μέχρι που απ’ τον τρόμο του μήπως τα χάνει και με την παρότρυνση της Αρχοντής που τον πρόσεχε, όσο να πεις, γιατί παιδιά δεν είχε, να κάπως σαν πατέρα της, πήρε τηλέφωνο τον φίλο του τον γιατρό και του είπε το και το.

Πόσο γέλασε ο γιατρός με τον τρόμο του Σταχτάρα! Τον ήξερε χρόνια πολλά και ήξερε τι περίεργος και στραβός ήταν και υποχόνδριος όσο δεν πάει. Ήξερε επίσης ότι ο μόνος άνθρωπος που κατάφερε να κάνει αυτό το στραβόξυλο συμβιώσιμο με κανονικούς ανθρώπους και να το εντάξει στην κατηγορία αυτών που ανήκουν στο κοινωνικό σύνολο, ήταν η μακαρίτισσα η γυναίκα του η Χρυσάνθη, το χρυσάνθεμο, όπως την έλεγε και ήξερε ότι από τότε που την έχασε ένιωθε πάλι μόνος κι έρημος και πιο στραβός από τα πριν.

-Μη φοβάσαι ρε χέστη, δε σου ‘στριψε, του ‘πε γελώντας ο γιατρός αφού τον εξέτασε, πιο πολύ για το κέφι του παρά για να βρει κάτι λάθος.

-Ε και τότε ρε κομπογιαννίτη γιατί κάνω μίτινγκ μόνος μου; Με τι κουβεντιάζω, με το συκώτι μου;

-Γέρασες, Σταχτάρα, κι όχι μόνο είσαι στραβός από γεννησιμιού σου, σε χτυπάνε κι οι ρευματισμοί. Χάλια είναι τα νεύρα σου.

-Σοβαρέψου, τράγο.

-Καλά. Να σου πω τώρα ποιο είν’ το θέμα σου. Είσαι μόνος σου ρε κούτσουρο. Τέσσερα χρόνια τώρα επί καθημερινής βάσεως ανταλλάσεις δυο-τρεις κουβέντες μόνο με την Αρχοντή, ας ειν’ καλά το κορίτσι και δε φτάνει μόνο αυτό, τη δουλειά σου έχει δυο χρόνια που την κάνεις με αλληλογραφία, έμαθες και το ίντερνετ, τρομάρα σου! Τι περιμένεις μυαλό είν’ αυτό θα τσινίσει. Δεν είναι μαθημένο στις μοναξιές!

-Και τι προτείνεις ρε Φρόυντ, πάρω καμιά ομάδα μπάσκετ μες στο σπίτι να μιλάμε όποτε μου κάνει κέφι;

-Άκου να δεις στριμμένο άντερο δική σου είναι η ζωή και κάν’ την ό, τι στον κόρακα θέλεις, εγώ ένα μόνο θα σου πω. Μπορεί τώρα να μην έχεις τίποτα παρά μόνο την γκρίνια και την υστερία σου, μπορεί να είσαι λοιπόν γερός σα βόδι, αλλά αύριο μεθαύριο άμα συνεχίσεις έτσι θα σου στρίψει στ’ αλήθεια.

-Α, να σου πω…

-Ναι, βρε, ξέρουμε, πάντα έτσι ήσουνα, δε σήκωνες πολλά πολλά, δεν ήθελες σούρτα φέρτα και τα τοιαύτα, αλλά τότε βρε βλήτο ήσουνα είκοσι χρονών και να μην ήθελες στριμένε, το σώμα σου μόνο του πήγαινε. Και σε χορούς και σε ξενύχτια και γιορτές κι ας γκρίνιαζες στη γωνιά σου, σημασία έχει ότι συναναστρεφόσουν. Μετά ήρθε και το άγιο το χρυσάνθεμο και σ’ έκανε λίγο άνθρωπο, πώς το κατάφερε ακόμα απορώ, και είκοσι χρόνια όλο και κάπου ξεκουνιόσουνα να πας, λίγο να δεις κάναν άνθρωπο, να πεις μια ξινισμένη καλησπέρα όλο και κάτι έκανες. Δεν έκανες;

-Έκανα.

-Τώρα τι κάνεις;

-Τι κάνω, ντε;

-Τίποτα, βρε κεφάλα, τίποτα.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Σα να ‘χεις δίκιο, μου φαίνεται.

-Βέβαια έχω.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Για λέγε λοιπόν, έριξε τις άμυνές του ο Σταχτάρας.

Ξεκαρδίστηκε από μέσα του ο γιατρός μα το ‘παιξε σοβαρός και αδιάφορος να τον ψήσει λίγο ακόμα τον κυρ-Ορέστη, έτσι για να μάθει.

-Σαν τι να πω, δηλαδή;

-Ε συνέχισε αυτό που έλεγες…

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

-Για το μυαλό μου…

-Ε ναι, σου είπα, συνέχισε το παιχνίδι ο γιατρός, αν συνεχίσεις έτσι θα σε φωνάζω Γκόλφω!

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.


Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Εφτά.

Φυσούσε ξεφυσούσε ο Ορέστης Σταχτάρας, αυτό που ήθελε να ρωτήσει και τον έκαιγε δεν έβγαινε απ’ το στόμα του. Μετρούσε μέχρι το εφτά κι έλεγε στο μυαλό του, μόλις φτάσει, θα ρίξει τα μούτρα του να ρωτήσει αλλά μπα.

Τον είδε έτσι ο γιατρός που σα να είχε κοκκινίσει απ’ το ζόρι και, τι να κάνει, τον λυπήθηκε τον φίλο του, γιατί μπορεί να ‘ταν παράξενος και γκρινιάρης αλλά κακός δεν ήτανε. Μπορεί να ήταν δύσκολος αλλά σαν το μυαλό του Σταχτάρα σπάνια έβρισκες έξω. Ο καλύτερος ιδιωτικός ντετέκτιβ στη Βόρειο Ελλάδα με χιλιάδες λυμένες υποθέσεις στο συρτάρι του, εκατοντάδες απ’ αυτές σοβαρές, εξωτερικός συνεργάτης της αστυνομίας παρ’ όλο που δεν του άρεσε και δεν παινευόταν γι’ αυτό. Ο Ορέστης ο Σταχτάρας είχε στείλει μέσα ολόκληρη σπείρα αρχαιοκάπηλων, είχε εξαρθρώσει συμμορία εμπόρων ναρκωτικών με παρακλάδια που απλώνονταν σ’ όλη την Ελλάδα και περνούσαν στα Βαλκάνια και την Ιταλία κι όλα αυτά ολομόναχος. Πώς να δουλέψει άλλωστε με άλλον άνθρωπο; Τώρα χρειαζόταν για μια φορά βοήθεια που στο κάτω κάτω ο γιατρός ήταν υποχρεωμένος να  παρέχει και να, που δε μπορούσε να τη ζητήσει! Εντυπωσιακό!

-Άκου να δεις Σταχτάρα, είναι κατακαλόκαιρο. Ο κόσμος είναι συνέχεια έξω. Ακου να δεις τι θα κάνεις, θα βγαίνεις δυο ώρες περίπατο την ημέρα, κατά τις 8 που πέφτει ο ήλιος.

-Με περπάτημα θα σωθώ, γιατρέ μου; ρώτησε ειρωνικά ο δικός μας, μέσα του όμως ανάσαινε με ανακούφιση που του ‘δωσε την πάσα ο άλλος.

-Άσε τα χαζά σου και πρόσεχε. Πρέπει να αποκτήσεις συναναστροφές. Θα βγαίνεις έξω, θα πάρεις τηλέφωνο αυτήν την καημένη την αδερφή σου που μαθαίνει τα νέα σου από την Αρχοντή, θα της κάνεις και μια επίσκεψη όταν νιώσεις έτοιμος. Ύστερα θα έρχεσαι μια φορά τη βδομάδα που μαζευόμαστε οι παλιοί στο σπίτι και πίνουμε κάνα τσίπουρο, και μην τολμήσεις να μου πεις μα και μου γιατί θα σε πάρει ο διάολος.

-Μάλιστα, ντόκτορ.

-Το να μιλάς μόνος σου δεν είναι κακό.

-Καλά.

-Καλάθια! Φύγε τώρα, έχουμε και δουλειές.

-Α, να σου πω, ξεγάνωτε, όλα κι όλα! Παραπήρες θάρρος.

-Συγνώμη, παρασύρθηκα, είπε μετανιωμένος που το παρατράβηξε ο γιατρός.

-Άιντε, γέλασε που τον είδε να μαζεύεται ο Ορέστης, χαλάλι σου! Φεύγω και να με πάρεις τηλέφωνο! πρόσταξε, αντί για ευχαριστώ.

«Τι τρελός άνθρωπος!» σκεφτόταν όσο τον ξεπροβόδιζε και του ‘δινε το χέρι ο γιατρός.

-Απίστευτος! μονολόγησε κι έκλεισε την πόρτα.

Ξαφνικά σαν κάτι να θυμήθηκε, την ξανάνοιξε και τον είδε δυο βήματα παραπέρα.

-Ε, Απίστευτε Σταχτάρα, του φώναξε κι εκείνος γύρισε.
 Ξέχασα να σου πω. Να πάρεις σκύλο.