Σάββατο 4 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt4 - Χουάρες

Fiesta de Los Muertos (Η γιορτή των Νεκρών), Μεξικό

(Δέκα παρά δύο το βράδυ στη Σιουδάδ Χουάρες, στην πολιτεία Τσιουάουα του Μεξικού. Το σκηνικό μία μεταλλική, μεγάλη πόρτα εργοστασίου ερμητικά κλεισμένη και ο δρόμος. Όλα φωτίζονται από τη φωτεινή επιγραφή NF SHOES MAQUILA στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας: μπλε, κόκκινο, άσπρο. Ο καθεδρικός ναός που βρίσκεται στο κέντρο της Χουάρες, χωρίς να φαίνεται σημαίνει δέκα ακριβώς κι ακούγονται τα κουδουνάκια που ορίζουνε το τέλος της βραδυνής βάρδιας. Η πόρτα ανοίγει και με αθόρυβο μα ρυθμικό βηματισμό βγαίνουνε έξω απ’ τη μακίλα οι εργάτριες, όλες γυναίκες, όλες τινάζουνε τα χέρια τους να ξεμουδιάσουν, κάποιες τρίβουν τα μάτια τους, μεγάλες σε ηλικία μόνο καμιά δεκαριά, οι περισσότερες κάτω από τα τριάντα και απ’ αυτές οι μισές κάτω από δεκαεννιά. Όλες μαζί είναι κοντά στις τετρακόσιες. Μόλις κι η τελευταία Μεξικάνα μας περάσει έξω από την πόρτα, χτυπάνε μια το πόδι τους όλες μαζί κι αγέρωχες ανασηκώνουν τις σκυμμένες και αγκυλωμένες από τόσες ώρες σκύψιμο πάνω απ’ τα μηχανήματα πλάτες, στυλώνουνε καυτή ματιά κι ένα ειρωνικό χαμόγελο στους θεατές που τις κοιτάν απορημένοι και αρχίζουνε να τραγουδάνε φωναχτά σε ρυθμό εμβατηρίου ενώ τρεις μαριάτσι τις συνοδεύουν από τον εξώστη)

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!
Viva la fiesta de los Muertos!

Νi una más!
Για ποια από ‘μας
Θα τραγουδήσουνε εφέτος;

Νi una más!
Άμα γυρνάς
Απ’ τη μακίλα μαύρη ώρα

Μη σταματάς
Να μην κοιτάς
Κάτω τα μάτια και προχώρα
ΕΥΑ:

Είμαστε οι εργάτριες
Ένας στρατός από λουλούδια
Στιβαρά

Χάρη σ’ εμάς
Η οικονομία
Προχωρά

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Είμαστε οι γυναίκες της Χουάρες και κάθε βράδυ ξεκινάμε την τιμητική παρέλασή μας για τους προηγούμενους νεκρούς, που ξεκινάει απ’ την πόρτα της μακίλα NF SHOES και καταλήγει γι’ άλλες από ‘μας στα σπίτια τους, τις μάνες τους, τους άντρες τους και τα παιδιά τους και γι’ άλλες, τις πιο άτυχες, στην έρημο του Μεξικού ή και στις πίσω αυλές των παραγκών τους, κάτω από φύλλα λαμαρίνας κι απορρίμματα.

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Κάθε τέλος της βάρδιας, στις δέκα δηλαδή τη νύχτα ξεκινάμε να οργώνουμε, άλλες με πόδια άλλες με ρόδα, τη Χουάρες για επιστροφή, μα την στροφή καμιά φορά αλλιώς την περιμένουμε κι αλλιώς μας βρίσκει. Μες στα σοκάκια λαμπυρίζουνε φωτιές που βγαίνουν από σίδερα κι ύστερα ήρεμα τα φίδια σέρνουνε το θήραμα στις τρύπες.

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!

ΕΥΑ: Μα και στα σπίτια μας κάτω απ’ τα τσίτια μας κρύβουμε μελανές ζωές, γιατί ματσίσμο και εγωισμός τρώνε από μέσα μας το φως. Αν φέρνεις λίγα είσαι φύρα και κακό, άμα πολλά είσαι μια πούτα ντε λος πέρρος, μία πόρνη πληρωμένη των σκυλιών και άμα σου κάψει ο άντρας σου το πρόσωπο με τον σουγιά του πυρωμένο θα αρέσεις έτσι στον πατρόν;

ΧΟΡΟΣ α:
Ni una más!
Χα, χα, χα, χα!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες

Για καθεμιά
Με ροζ πανιά
Πάνω στα πρόσωπά τους
Ανοίγουνε το βήμα τους
Δένουνε τ’ ακρωτηριασμένα χέρια τους που αιμορραγούνε
Κόβουνε τη ζερβή θηλή τους με τα δόντια τους
Το δεξιό τους στήθος με μαχαίρι
Σκεπάζονται τις μουλιασμένες σε πετρέλαιο κουβέρτες τους
Κι ανάβουν κόκκινη φωτιά πρώτα στις άκρες των μαλλιών τους
Που απλώνεται αργά αργά στο σώμα τους
Και κοκκινίζουνε φωτίζοντας ευλαβικά
Τα σκοτεινά και βρώμικα δρομάκια της σιουδάδ

Ni una más!
Ni una más!
Ni una más!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες


(Τα φώτα χαμηλώνουν. Οι γυναίκες απομακρύνονται με ρυθμικό βηματισμό. Από τις άκρες της σκηνής, την πλατεία και τον εξώστη δέκα-δώδεκα, ίσως και παραπάνω, άνδρες έρποντας, πατώντας στα νύχια και ακροβατώντας μπαίνουν στο πλάνο, ακολουθώντας τις γυναίκες, οι τελευταίες από τις οποίες που είναι και πιο νέες χασομερούν με πιο αργό βήμα, μιλώντας τάχα μεταξύ τους. Ο φωτισμός γίνεται ψυχρός ενώ η επιγραφή της μακίλα θαμπώνει, όσο οι τρεις νέοι που είναι πιο κοντά στις γυναίκες τις αρπάζουν και τις σέρνουν έξω απ’ τη σκηνή)

ΧΟΡΟΣ β:
Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες

Φέρνουν λεφτά
Κάνουν παιδιά
Αρέσουνε στ’ αφεντικά!

Παράμ παμ παμ
Χα, χα, χα, χα!
Είν’ αδερφές μας και γυναίκες

Είναι παιδιά
Μέχρι τα εφτά
Ύστερα πια ποτέ ξανά


ΧΟΥΑΝ:
Χα, χα, χα, χα!
Τύψη καμιά!
Όταν τις κόβουμε κομμάτια

Πόδια, μαλλί
Δεξί βυζί
Όμορφα, καστανά, δυο μάτια


ΧΟΡΟΣ β:
Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ
Ζήτω οι γυναίκες και τα ζάρια

Τις νύχτες βγαίνουν
Παγανιά
Τ’ αρσενικά τους τα ζευγάρια

Παράμ παμ παμ
Χα, χα, χα, χα!
Κι όσες τολμήσουν να λαλήσουν

Τις κυνηγάμε στα στενά
Τις παίρνουμε στην ερημιά
Τις δίνουμε στ’ αφεντικά
Τις κόβουμε
Τις καίμε

Τρώμε το δέρμα τους
Τρώμε το αίμα τους
Τις σέρνουμε
Τις γδέρνουμε
Τις καίμε

Τις λούζουμε πετρέλαιο
Τις ακουμπάμε στης μακίλα τα σκαλιά
Και τις ανάβουμε φωτιά
Και τραγουδάμε
Σα σκυλιά
Χα, χα, χα, χα!
Οι άντρες της Χουάρες
Χα, χα, χα, χα!
Για τις γυναίκες μας
Τις μάνες μας
Τις αδερφές
Και για τις κόρες μας

Χα, χα, χα, χα!
Παράμ παμ παμ!
Παράμ παμ παμ!
Χα, χα, χα, χα!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!
Ζήτω οι γυναίκες της Χουάρες!

(Οι άνδρες επαναλαμβάνουν τους τελευταίους στίχους όλο και πιο χαμηλόφωνα χτυπώντας με τα χέρια τους το πρόσωπό τους, το στήθος και τα πόδια τους ενώ στον εξώστη φωτίζεται ένα απ’ τα μεγάλα πατρόν, δίνοντάς μας την αίσθηση ότι επικροτεί τον αυτιστικό χορό. Τα φώτα στη σκηνή χαμηλώνουν μέχρι σβήσιμο και μένει μόνο η επιγραφή, το άσπρο φως του πατρόν και ο απόηχος του τραγουδιού: Χουάρες, Χουάρες, Χουάρες)

ΤΕΛΟΣ




Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt3 - Μελβούρνη

Οι Μαορί του β' παγκοσμίου πολέμου, οι ίδιοι που πολέμησαν στην Κρήτη, χορεύουν το χάκα στην τιμητική επιθεώρηση του βασιλιά της Ελλάδας, Γεωργίου Β'. Η φωτογραφία τραβήχτηκε στο Χελβάν της Αιγύπτου όπου και επέστρεψαν ύστερα από τη Μάχη της Κρήτης (Μάϊος 1941) . 

Αυτή είναι η ιστορία του Γεώργη Μουρελάκη απ’ τα Χανιά της Κρήτης και των δυο εγγόνων του, Μαράκι και Τασσία, που τον επήρανε στα εκατό του να τονε πάνε στην Οστράλια, εις το Μέλμπουρν, μίαν ημέρα ολάκερη ταξίδι με τ’ αβιόνι, να δει τον άγριο φίλο του και συμπολεμιστή, τον Μαορί Ίχιπα Μουίρ, γιατί σαν αποχωριστήκανε στον πόλεμο είχανε βάλει στοίχημα, αν φτάσει ο Γεώργης στα εκατό να δώκουν ραντεβού σ’ αυτή την πόλη.

Ο Γεώργης είμαι εγώ που γράφω κι είμαι τώρα μοναχός μου μέσα στο ξενοδοχείο Χοτέλ Φορμούλ, στο κέντρο μου είπανε της πόλης, στον εικοστό δεύτερο όροφο και γράφω το πώς έγινε και γνώρισα τον Ίχιπα που τον εφώναζα χαϊδευτικά και Γύφτο γιατί το όνομά του στα ελληνικά, έλεγε, σημαίνει Αίγυπτος. Κι ήτανε και μαυριδερός.

Πριν από έναν χρόνο, στα ενενήντα εννιά, ήταν Χριστούγεννα και σκέφτηκα ότι κοντεύω τον αιώνα. Μόλις το σκέφτηκα αμέσως μου ‘ρθε στο μυαλό το στοίχημα. Ρώτησα την μια μου εγγόνα την Τασσία:

-Γιώργης: Είναι μακριά η Οστράλια;
-Τασσία: Πώς σου ‘ρθε ρε παππού η Αυστραλία;
-Γιώργης: Μακριά είναι;
-Τασσία: Πολύ μακριά.
-Γιώργης: Πόσο;
-Τασσία: Ε άμα πάρεις το αεροπλάνο είναι μια μέρα.
-Γιώργης: Α.

Όσο σκεφτόμουνα και υπολόγιζα πόσο ακριβό μπορεί να είναι ένα τόσο μακρινό ταξίδι κι αν έχω πια την όρεξη να τρέχω πέρα δώθε και να κυνηγάω άγριους σε μία ξένη χώρα, κίνησε η μικρή μου εγγόνα, το Μαράκι μου, και ήρθε, έκατσε σιμά μου και μ’ ακούμπησε στο γόνα:

-Μαρία: Τι θα την κάνεις την Οστράλια ρε παππούλη;

Την κοίταξα καλά. Ετούτη μοιάζει στο δικό μου το Μαριώ, που μου ‘φυγε πριν τρία χρόνια.

-Γιώργης: Έχω έναν φίλο στην Οστράλια.
-Μαρία: Σε ποια πόλη;
-Γιώργης: Μήτε ξέρω.
-Τασσία: Και θες να τονε βρεις;
-Γιώργης: Είναι απ’ αυτούς τους άγριους. Με τα σημάδια στη φάτσα.
-Μαρία: Αβορίγινας;
-Τασσία: Και πού τον ξέρεις εσύ τον Μαορί;

Τις κοίταξα τότε και τις δυο και γέλασα.

-Γιώργης: Τι κι επειδή δεν έχω φύγει απ’ επαέ και έφαγα τα χέρια μου στο χώμα; Νομίζετε δεν ξέρω εγώ πώς μοιάζουν Άγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι; Με ποιον πολέμησα εγώ στον πόλεμο, νομίζετε; Απ’ τον αέρα πέφταν πάνου στα Χανιά χίλιες φυλές και μες τον πάτο μόλις φτάναν άλλες χίλιες τους υποδεχόμασταν. Ε απ’ αυτές τις χίλιες που ‘μασταν στον πάτο ήτανε και συμμαχικά στρατεύματα απ’ το Νιου Ζήλαντ, στην Οστράλια είναι αυτό. Μέσα ήτανε ο Μαορί Ίχιπα Μουίρ. 

Ο Ίχιπα ήξερε ένα κάρο ελληνικά! Όλους μας έκανε έκπληξη όταν αυτός ο άγριος, τεράστιος άνθρωπος μας είπε όλος ζέστη «Καλημέρα!».

-Μαρία: Πού ήξερε ο Μαορί ελληνικά, μωρέ;
-Τασσία: Ναι ρε παππού! Μπας και τα βγάζεις απ’ το νου σου, πονηρέ; Μας κοροϊδεύεις;
-Γιώργης: Άιντε ασίζες, σ’ όλα αϊπλίκια βρίσκετε! Ψεύτη δε μ’ είπαν μέχρι τώρα, θα με πείτε εσείς, καπλάνια! Ο Γύφτος ήταν ψυχοπαίδι Έλληνα απ’ την Αϊβαλή μωρέ, που είχε φύγει πριν ακόμα απ’ το εικοσιδυό, το δεκατέσσερα, πέρασε απ’ τη Λέσβος, απ’ τη Σάμος, απ’ τη Σαλονίκη στα Βαλκάνια, ύστερα στη Ρούσα, στην Οντέσσα κι έπειτα στην Οστράλια, ήταν έμπορας είχε λεφτά κι ας έχασε τα πλιο πολλά απ’ τα καράβια του, του φτάσαν για να πάει εκεί να στήσει μπίζνα και να ζήσει πάλε απ’ την αρχή.
Κι ο Ίχιπα μωρό έφυγε απ’ το Νιου Ζήλαντ με τη μάνα του, από τη φτώχεια φύγανε και φτάσανε στο Μέλμπουρν και έπιασε δουλειά η μάνα στο ραφτάδικο, βιοτεχνία είχε ο Αϊβαλιώτης, κι εκείνη έκαμε σκέδια οριεντάλ στα υφάσματα και τα πουλούσε ο έμπορας πανάκριβα, τάχα μου ήταν απ’ τα βάθη των αιώνων ξεθαμμένα, αντίκες, είχε σηκώσει κι απ’ τη Σμύρνη κάτι υφάσματα, μεταξωτά, βελούδα, όμορφα μεγαλόπρεπα, πάντρεψε τα βυζαντινά με τ’ άγρια και τα ‘κανε συφέρον. Ήτανε γνήσιος έμπορας, μου ‘λεγε ο Ίχιπα, μπορούσε να πουλήσει τσιτσί στο ερίφι, αλλά καλός σαν ήλιος, έτσι έλεγε ο Γιούφτος όταν τον θυμότανε, τον έστειλε σχολείο με τ’ αδέρφια του, τους μάζευε και τους μάθαινε ελληνικά, αρχαία παραμύθια και ιστορία.

Κοιτούσαν οι εγγόνες μου μ’ ορθάνοιχτο το αγοΐζικο το στόμα τους και δεν το πίστευαν. Μ’ άρεσε όμως κι εμένα να τη λέω αυτήν την ιστορία που δεν την είχα ξαναπεί ποτές κι έτσι συνέχισα με περισσή την πονηράδα ν’ ανιστορώ του κουζουλού του Γιούφτου Ίχιπα Αιγύπτιου Μαορί τα έμορφα καμώματα που κάμανε τις νύχτες μας τόσο γεμάτες και ξεχνούσαμε ότι ήμασταν σε πόλεμο.

-Γιώργης: Ο Ίχιπα μαζί με τους πατριώτες του ήταν λιοντάρια στο κακό και μόνο αυτούς εβλέπαμε με καλά μάθκια, όλοι οι άλλοι, κι ας ήταν σύμμαχοι, ήτανε αλλιώτικοι ξανθοί, ξωθκιοί μαθές, άστε που δεν καταλαβαίναμε και τι μας λέγαν. Ενώ οι άγριοι ήτανε σα να λέμε ίδια πάστα με τα μας. Και πίναν ε; Όφου, μανούλα μου, πώς πίνανε! Ωσάν κι εμάς σας λέω, μωρέ. Κι άμα έτσι πίναμε κι ερχόμασταν στα κέφια, μας έκαναν εκείνα τα περίεργα χορευτικά, σαν τα τελώνια, βαρούσαν πόδκια, βαρούσαν χέρια, ακόμα και τις κεφαλές χτυπάγανε τ’ αγρίμια κι είχαμε ύστερα κι εμείς από ‘ναν-δυο χωρατατζήδες, ο ένας ήντανε ο Σήφης της Σοφούλας ο παππούς, αν τον θυμάστε, Θιος σχωρέστονε και βάφανε κι αυτοί τα μούτρα τους με κάρβουνο να μοιάζουν μαύροι και κάναν πως χτυπιόντουσαν σα Μαορί και τούτοι, ενώ στο τέλος αγκαλιάζονταν κι έτσι πως είχανε βαφτεί εμοιάζαν σαν αδέρφια.

Γλύτωσε ο Γιούφτος από τη μεγάλη μάχη, γλύτωσα κι εγώ. Ήμασταν τυχεροί και δε μας έπιασε το βόλι. Κι όταν πια ήρθε εκείνη η ώρα για να φύγουνε – εκείνοι πήγανε ύστερα στην Αίγυπτο «άιντε ωρέ κουζουλέ θα ιδείς τους φίλους σου τους γιούφτους» τον επείραζα – τόσο τον είχα ηγαπήσει αυτόν τον άγριο που του έδωκα και την καλή μου μάχαιρα και τον καλό μου όρκο, ότι σαν γίνω εκατό χρονώ θα τον εβρώ όπου και να ‘ναι. Και ‘κείνος αφού μου έδωκε από μια τρύπα στο μαλακό τ’ αυτιού του να! με το συμπάθειο ένα απ’ τα ενώτια του, το έδεσε σ’ ένα σκοινάκι και το πέρασε στο σβέρκο μου, μου ‘πε «Σ’ ορκίζομαι μικρέ Αδερφέ κι ας σε περνάω δύο έτη, θα περιμένω και δε θα φύγω για να σε δω ως πάππον» έτσι μιλούσε ο Γιούφτος.

Κοίταξα τα κορίτσια μου κι είχανε δάκρυα στα μάτια, τους είχε αρέσει ο φίλος μου ο άγριος που ήτανε πλιο ήμερος απ’ όποιονε κι αν γνώρισα από τότε και από κείν’ τη μέρα κι ύστερα τους έγινε μανία ο Μαορί μου και βάλαν μπρος και ψάξανε με τις τεχνολογίες και τις ιστορίες και βρήκανε τις κόρες του και μάθανε ότι ο Ίχιπα Μουίρ μου όντως ζούσε, στη συνοικία των Ελλήνων, μάλιστα, στο Μέλμπουρν και βάλαν τον πατέρα τους και μου ‘βγαλε πασπόρτι και γκριν καρντ, βρήκαν και ναύλα την ημέρα που έκλεινα αιώνα, πήραν τις άδειες τους, φίλησε η Τασσώ και τον αρραβωνιάρη και με σήκωσαν σαν πέρδικες και μ’ έφεραν εδώ που βρίσκομαι να εκπληρώσω το δικό μου μέρος της ορκιάς που ορκίστηκα και την εκράτησα και την εκράτησε κι ο μαύρος μου και μέσα μου μια συντυχιά όπως αυτή μόνο σα θάμα τη λογάω.


Γεώργης Μουρελάκης του Κωνσταντίνου και της Φιλίτσας από τα Χανιά Κρήτης
2 Αυγούστου
την δωδεκάτην βραδυνήν
2012
Μέλμπουρν
Οστράλια

___


Υ.Γ.: Αύριο, απεφάσισα εγώ, ο Γεώργης Μουρελάκης, ετούτο το γραφτό δε θα το συνεχίσω, γιατί ως εδά που έφτασα ήτο το παράξενον, το θαυμαστό κι όχι το απ’ εδώ και πέρα. 


Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt2 - Λένινγκραντ


Σε όλες τις μεριές του όμπλαστ Λένινγκραντ
Ξεχύνονται οι ωραίοι άνδρες
Ως ευγενέστατοι και ώριμοι – με μέλλον - αγαπητικοί
Φτωχών και δύσμοιρων εργατριών
Όλοι υποσχόμενοι αγάπη αγνή και μεταδοτική
Καλύπτουσα ως κορεσμού την έλλειψιν των αγαθών 
Που μια κοπέλα θα ονειρευόταν
για το σπίτι της

Μαζεύουνε τρία τέσσερα κοράσια από κάθε οικισμό
Κι όταν τις δέσουνε στον έρωτα
Τις πείσουν για το πάντα και για το μαζί
Τις βάζουν σ’ ένα τραίνο
Δίχως επιστροφή
Για τη μεγάλη πόλη
Να παν αυτές τάχα να τακτοποιηθούν
Να μείνουν σ’ έναν ξάδερφο τάχα τις πρώτες μέρες
- όσο να λήξουν οι λογαριασμοί τ’ αρσενικού στο πρώην μέρος –
Τάχα να μην ανησυχούν

Κι όσο εκείνες μες στο τραίνο αδημονούν
Να τελειώσουν όλα εκείνα
Τα διαδικαστικά
Που είναι ανάμεσα στο τώρα και στο όνειρο
– ένα σπιτάκι μ’ έναν κήπο, 
μία δουλίτσα, 
άντε κι ένα ή δυο μωράκια κατακόκκινα –
Όσο ανησυχούν
πώς θα ‘ναι ο εξάδερφος
μην είναι κανένας περίεργος
και έχουμ’ άλλα
Φτάνει ο συρμός στο Λενινγκράντσκι
«Ευχαριστούμε που μας προτιμήσατε. Καλή σας διαμονή!»

Τα μάτια ψάχνουν για τον ξάδερφο
Ένας μουντρούχος με κακία πλησιάζει
- Αχ, μάμουτσκα, ας μην είν’ τούτος! -
«Εγώ είμ’ ο ξάδερφος δώσε μου τα χαρτιά σου
τακτοποιώ τις εκκρεμότητες»
Ας είναι, σκέφτονται, τους συγγενείς δεν τους διαλέγουμε
Χαμογελάν

Μέσα στο αμάξι άσχημες σκέψεις
Τις διώχνουνε μαζί με τον ιδρώτα και τη βρώμα απ’ το ταξίδι
Ρωτάν τάχα μου ξένοιαστα πού βρίσκεται το σπίτι
Εκείνος τάχα λέει μια γειτονιά
Περνάει η ώρα
Ο κόμπος σφίγγει
Και το μυαλό όλο γυρίζει
στο κακό

Με τις βαλίτσες τους στα χέρια ακολουθούνε
Τον εξάδελφο
Μια πόρτα ανοίγει
Κι άλλη μια ύστερα
Όσο πιο μέσα τόσο πιο πολύ
Σκοτάδι κι υγρασία
Η τελευταία πόρτα έτριξε
Κι έκλεισε πίσω τους
Μία φορά ίσον για πάντα
Όλες μαζί
σ’ ένα δωμάτιο
Ύστερα
σ’ ένα φορτηγό
Ύστερα
σε μια πόλη
που λεν πως είναι αρχαία

Το βράδυ κουβαλάνε τα ψιμύθια τους
Όπως τα κτήρια του Λένινγκραντ
Απ’ έξω όμορφα
και μεγαλόπρεπα
Χρυσός και μάρμαρο
Και μέσα άδεια
Λεηλατημένα
Δίχως κειμήλια
Δίχως ταυτότητα
Δίχως το παρελθόν
Άρα χωρίς το μέλλον
Παράγκες λες τα σώματά τους
χιλιομπαλωμένες
Θαρρείς πως μοιάζουνε
στα σπίτια
Που άφησε η καθεμιά τους πίσω
Διάσπαρτα
σε όλες τις μεριές
Του όμπλαστ Λένινγκραντ 

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

project 0:00 pt1 - Λος Άνχελες

©Robert Yager

Λος Άνχελες
– η ευτυχία! -
Καφές στο χέρι
Μαύρο χέρι
Δάκρυ ταττού
Άσσοι γι’ ατού
«Μετανοείτε!»
Δέρμα γραμμένο σοβαρά
Ξανθές ελπίδες απ’ την επαρχία
Η καλοσύνη των ξένων, τι θαυμάσια βολή!
Και το ξημέρωμα οι κρίσεις πανικού
Η αηδία
- τη νύχτα που γυαλίζουνε τα φώτα -
μοιάζει με γοητεία
Ανέμελα
και τεχνητώς σοκολατένια εξήντα
αυτό είν’ ευτυχία
Ή ένδοξος ο θάνατος
στα δεκατρία
Η Ευτυχία
Η Εβίτα
Ο Εστεμπάν
οι δυτικές πλευρές όλου του κόσμου
Δις Ιζ Αμέρικα
I like to be in America
Okey by me in America
Everything free in America
Το σεξ
Η βία
Η ευτυχία

Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

project 0:00


υποδοχή των πρώτων πέντε αυγουστιάτικων εικοστετράωρων
με γραμμές
υπαρκτού σουρεαλισμού, τουριστικών οδηγιών για συναισθηματικά αδιέξοδα
και αστικής ευθανασίας:


Λος  Άνχελες|Λένινγκραντ|Μελβούρνη|Χουάρες|Σαλονίκη

ένας αόριστος πεντάλογος 
σε δόσεις

Πέμπτη 29 Μαρτίου 2012

Λούσι


Είδες εχθές ένα όνειρο και ήσουν λέει λίγο άντρας λίγο γυναίκα μπερδεμένα πράγματα και σαν άντρας ήσουνα περίεργος στην αληθινή ζωή σου δηλαδή δε θα σε συμπαθούσες είχες και σγουρά μαλλιά το πιο απαίσιο σγουρό που μπορεί να έχει άνθρωπος μα στ' όνειρό σου δε σε πείραζε και τόσο.
Μπήκες στο σπίτι της γιαγιάς κι ήταν απόγευμα μόλις πριν λίγο είχε φύγει ο ήλιος κι είχε μείνει αυτό το φως που κάνει τ' άψυχα να μοιάζουνε σαν πιο περίεργα από τις άλλες ώρες μπαίνεις στο σπίτι κι ήσουν θαρρείς σαν χτυπημένος κουρασμένη πάντως τα μάτια σου έψαχναν μες τις σκιές κάτι να δούνε και στα ρουθούνια σου ήταν μια μυρωδιά λες από πάντα όχι άγνωστη μα ούτε προσδιορισμένη πας στην κουζίνα που τη νιώθεις σα σαλόνι ανασαίνοντας λίγο βαριά και στο τραπέζι από πίσω όρθια στέκεται η Λούσι πιο ψηλή από ποτέ μ' ένα χαμόγελο τόσο ζεστό και τόσο αληθινό και πάλι όχι τόσο ξεκάθαρο δεν είν' χαμόγελο είναι μειδίαμα τόσο κλισέ μα πόσο ειλικρινά εντυπωσιακό χωρίς να φαίνονται τα δόντια μα να υπάρχουνε και να το καθορίζουν τόσο υπέροχα και τόσο δυνατά ναι σαν του αλόγου δεν είναι αγενές ούτε υπερβολικό τα αλογίσια δόντια είναι υπέροχα όταν στοιχίζονται σωστά από τη φύση κι αυτά τα μάτια της που λαμπυρίζουν στις σκιές μένουν εκεί και σε κοιτάνε κι εσύ ανασαίνεις απ' τη μύτη και τα ρουθούνια σου μάλλον ανοίγουν υπερβολικά μα δε σε νοιάζει γιατί είσαι ταλαιπωρημένη εξαντλημένος κι εκείνη φοράει μι' άσπρη μπλούζα που προκαλεί ένα οικείο πετάρισμα στα μάτια σου κι η νύχτα έπεσε και οι σκιές γίνανε πιο ζεστές και ήμερες και ξαφνικά παρατηρείς ότι είναι κι από κάπου ένα φως αναμένο πορτοκαλί όχι άσπρο και πλησιάζεις με μικρά τα βήματα κι είσαι και άντρας και γυναίκα σαν άντρας έχεις όνομα και πρόσωπο μα σα γυναίκα έχεις μόνο το εσωτερικό δεν το καταλαβαίνεις ακριβώς μα δε σε νοιάζει κι εκείνη ανοίγει τα δυο χέρια της πόσο ψηλή είναι δες την σε κλείνει μέσα κι η καρδιά σου δεν ξέρεις αν χτυπάει ή αν σταμάτησε παει πιο γρήγορα πάει πιο αργά δεν ξέρεις πάντως μια αλλαγή υπάρχει τη μυρωδιά εκείνη στα ρουθούνια σου δεν την αντιλαμβάνεσαι σαν κάτι διαφορετικό απ' τον χώρο πια είναι σα να 'σουνα εκεί από πάντα η Λούσι πιάνει με τις δυο απαλές παλάμες το κεφάλι σου και το σηκώνει απ' το στήθος της που το 'χες χώσει χαμογελώντας πάντα σε φιλάει στο μέτωπο στη μύτη και στα χείλη ενώ εσύ κλείνεις τα υπερκόκκινα από τι δεν ξέρεις μάτια σου μα ύστερα τ' ανοίγεις γιατί σκέφτηκες αν κάποιος βλέπει από κάπου θα του φαίνεσαι άντρας μα είσαι και γυναίκα στο όνειρο δεν σκέφτηκες αυτό αυτό τώρα πρέπει να το λες συνέχεια για να μην ξεχάσεις πόσο όμορφα ένιωθες μ' αυτή τη σύγχηση που εσένανε καθόλου δε σε μπέρδευε η Λούσι ήτανε σα να μην την ήξερες και σα να σ' είχε αυτή η ίδια γεννήσει το δέρμα της η γλώσσα της η μυρωδιά τα άσπρα χέρια της τα μάτια της που λάμπανε η ζέστη στο στομάχι μία ανησυχία τόσο γλυκιά όχι δεν ήτανε γλυκιά ήταν μια αίσθηση πιο πάνω απ' τις αισθήσεις σα να φοβόσουνα και σα να ευχαριστιόσουνα ταυτόχρονα μα τι σκατά ήταν αυτό το πράμα σε τρελαίνει κι αυτό το όνειρο το ακολούθησαν άλλα τρακόσια με ρεαλιστικά και παρανοικά ξεσπάσματα των βιωμάτων σου που 'χαν θαφτεί εκεί που το μυαλό δεν έφτασε ποτέ του σκόπιμα κι άλλα ήτανε λογικά κι έβρισκες την πηγή τους κι άλλα τόσο παράλογα που λύσσαγες να βρεις μιαν άκρη της κλωστής για να σε οδηγήσει μέσα στον λαβύρινθο μα πιο πολύ ακόμα λύσσαγες που δεν ήτανε αυτό που ήθελες να κάνεις εσύ ήθελες μόνο να είσαι με τη Λούσι και όλα τ' άλλα τα είπες εμπόδια και δυσανασχετούσες κάποτε διαχωρίστηκε τ' ανδρόγυνό σου κι έγινες ένα απ' τα δύο ούτε τώρα θυμάσαι ποιο κάποτε σκότωσες ένα καρτούν κροκόδειλο ντυμένο πανοπλία κάποτε έψαχνες σερβιέτα μα υπήρχαν μόνο εκείνες οι μικρές πάνες ακράτειας στάσου τότε ήσουν άντρας ναι ήσουν άντρας το θυμάσαι καθαρά άντρας που χάθηκε σ' εκείνες τις μέρες του μήνα μα τι αστεία μέρη είχε αυτό το όνειρο επιτέλους και τι περίεργα, θυμάσαι και την αγωνία σου στη φάτσα του την αγωνία που έχεις σχεδόν κάθε μήνα και δεν κρατήθηκες και χαμογέλασες, σου το χρωστούσα άντρα που 'σαι μέσα μου, κορόιδεψες σεργιάνισες και σε κάτι σοκάκια σκοτεινά περίεργα που κάτι πράγματα γινόντουσαν και κάτι άνθρωποι υπήρχαν ή ήταν ζώα που 'μοιαζαν σαν άνθρωποι μα όχι δε μπορείς και δε σου βγαίνει πες αλήθεια να προσδιορίσεις τίποτα απ' όλα αυτά τίποτα απολύτως τίποτα ούτε ένα γεγονός μόνο μονάχα παρά μόνο τη δική σου αίσθηση πριν κατά τη διάρκεια και μετά τη Λούσι. 

Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

Λαϊκό



Τώρα που άνοιξε η πόρτα δε βλέπω τίποτα. 


Θα 'πρεπε κανονικά να βλέπω το λιμάνι αλλά δε βλέπω τίποτα.

Κανονικά θα 'πρεπε ν' ακούω το καράβι που μπαίνει σιγά σιγά, ξημέρωμα αργό και να μυρίζω την ημέρα που 'τανε νύχτα μόλις πριν αρχίσω να μιλάω.

Κανονικά θα 'πρεπε να μπορώ να με ακούω να μιλάω.

Κανονικά, τώρα θα άνοιγα το παράθυρο και θα στεκόμουν ακουμπώντας στα κάγκελα του μπαλκονιού για να αποφασίσω τι σόι καφέ θα πιώ ζεστό ή κρύο.

Κανονικά πριν από 'μένα κι άλλοι θα 'χαν σταθεί σ' αυτό το μέρος παλιότερα, στο χάραμα και θα χαιρέτιζαν άλλα καράβια, μπορεί να ήταν και τα ίδια μ' άλλο χρώμα κι όνομα.

Κανονικά θα μπορούσα να φανταστώ μια ψηλή και όμορφη γυναίκα, γυναίκα της ζωής να βγάζει τα γοβάκια της και να ρουφάει ένα απ' τα σέρτικα τσιγάρα της με πάθος σα να είναι η ίδια η ζωή ένα πράμα και να κοιτάει πέρα τη θάλασσα με τα καστανοπράσινά της μάτια τόσο ανοιχτά και όμορφα μετά από το ξενύχτι κι ό,τι αυτό συνεπάγεται ίσως λίγο πιο υγρά απ' ότι συνήθως να κοιτάει και να σκέφτεται ποια να ήταν η πρώτη φορά που ευχήθηκε να φύγει από το νησί και το χωριό.

Κανονικά θα μπορούσα να φανταστώ έναν ώριμο κύριο λίγο κοντούλη λίγο γεματούλη να 'χει μόλις ξυπνήσει και να πίνει τούρκικο βραστό χαρμάνι και να λέει φωναχτά αχ ρε Μαρία πού 'σαι ρε Μαρία και δεν πετυχαίνω τον καφέ μονάχος μου Μαρία και να δακρύζει λιγουλάκι να ίσα ίσα να ρουφήξει τη μυτούλα του και να κοιτάξει πιο μακριά στη θάλασσα και να σηκώσει να το χέρι του με το μπεγλέρι σα χαιρετισμό να πούμε στα ψαράδικα, α ρε Μαρία.

Ή κανονικά θα μου 'ρχόταν στο μυαλό ένα νεαρό ζευγάρι, ίσως φρεσκοπαντρεμένο που να 'χει σύρει το ντιβάνι που κοιμάται πέρα κάθετα στο παράθυρο για να ξυπνάει με τον πρώτο ήλιο και να γελάει με τα πρώτα κρο των γλάρων και να φιλιέται με τα πρώτα φωναχτά καλημέρα του δρόμου πάντα γελώντας συνέχεια γελώντας. 

Ή ένα μόρτικο πιτσιρίκι που αρπάζει μια φέτα ψωμί απ' το τραπέζι και στη ζούλα δυο τσιγάρα απ' το πακέτο του πατέρα που 'ναι στο σακάκι του και τα χώνει στα μουλωχτά στην κωλότσεπη, φεύγω καλημέρα, μην αργήσεις κατευθείαν σπίτι μετά το σχολείο, τα μισά λόγια το βρήκαν ήδη στο δρόμο το μπαγάσικο είναι γρήγορο! το κοιτάζει η μητέρα από το παράθυρο και μια συγκίνηση την πιάνει ας είναι στο καλό παληκάρι μου στο καλό.

Να κι ένας νέος με μαλλιά λίγο πιο μακριά απ' το κανονικό και μούσια θα 'ναι απ' αυτούς τους φοιτητές μόλις έχει μπει στο σπίτι και φτιάχνει καφέ ώσπου χτυπάει το κουδούνι κι ανεβαίνουνε άλλοι τέσσερις αγόρια και κορίτσια και γυαλίζουνε τα μάτια τους κι ας είναι κουρασμένοι ποιος ξέρει πού γυρίζαν όλο το βράδυ από διασκέδαση πάντως δεν ήρθαν κάνανε καφέ για όλους κι ανοίξανε κάτι χαρτιά με πολλά λόγια επάνω και τα μοίραζαν μια γύρα κι ύστερα πάλι μέσα στις τσάντες και μιλούσαν και γυαλίζανε τα μάτια τους να 'ναι καλά ωραία παιδιά ανάσα και ζωή να 'ναι καλά.

Και μια γυναίκα νάτη όχι τόσο όμορφη λίγο ταλαιπωρημένη όχι από ξενύχτι μα από ζωή και δες ακόμα νύχτα έξω κι αυτή είναι ξύπνια, φτιάχνει μια δυο σ' ένα τσαντάκι κολατσιό, σ' ένα μαντήλι ένα ακόμα πιο μεγάλο ύστερα σιδερώνει σιδερώνει ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο πιάνει τα μαλλιά της κότσο κοιτάει που άρχισε να ξημερώνει ψάχνει τα κέρματά της για το λεωφορείο και αναστενάζοντας κλείνει πίσω της την πόρτα με πρόσωπο στον κόσμο που 'ναι ίδιος έξω μέσα με πανωφόρι ντουμπλε φας, ρε μάνα, ίδιος σου λέω.

Αλλά τώρα που άνοιξε η πόρτα δε βλέπω τίποτα.

Δε βλέπω το λιμάνι.

Δε βλέπω ούτε τη θάλασσα.

Ούτε τους ανθρώπους

Δε βλέπω τίποτα.



σάουντρακ η εκπομπή
Λαϊκό, βαρύ λαϊκό, σκυλάδικο 
των @tovytio και @radio_sociale στο @radiobubble

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Πιθανότητες

Αυτήν την Άνοιξη θα διαβάσω.
Μια όμορφη νύχτα αυτής της Άνοιξης που θα έχω διαβάσει, θα συναντήσω κάτι ανθρώπους που κι αυτοί θα έχουν διαβάσει, πριν από 'μένα, ίσως, μα όλοι για τον ίδιο λόγο.
Και θα καθήσω μαζί τους, ίσως από το μεσημέρι, ίσως από νωρίς το απόγευμα, και θα μιλήσουμε.
Ίσως θα φανεί τυχαίο μα δε θα 'ναι, θα 'ναι σκόπιμο.
Θα πιούμε τσίπουρα, ή ίσως ούζα και θα φάμε και μεζέδες.
Σίγουρα θα καπνίζουμε πολύ και θα γελάμε.
Oι καρέκλες ίσως δε βολεύουνε μ' αυτό θα 'ναι το τελευταίο που θα νοιάζει.
Οι κουβέντες μας θα 'χουν τον πρώτο λόγο.
Θα είναι κουβέντες ανοιξιάτικες.
Θέλω να πω θα 'ναι κουβέντες που τις κάνουμε συνέχεια στην καθημερινότητα μας, μα ίσως την Άνοιξη έχουν άλλο νόημα.
Όχι ίσως. Σίγουρα.
Η καρέκλα, ναι.
Πολύ ενοχλητική.
Κι αυτή η δίψα που σ' αφήνει το ούζακι.
Μα δε θα σταματήσει και κανείς μας να μιλάει.
Κανέναν δεν τον παίρνει να σταματήσει, άλλωστε.
Η Άνοιξη σε κάνει να μη θες να σταματάς.
Η Άνοιξη σε κάνει να θες να βγάλεις το σακάκι σου κι ας έχει αεράκι στη γωνία που ίσως καθόμαστε.
Η Άνοιξη σε κάνει να σκέφτεσαι με πιο πολλά χρώματα.
Η Άνοιξη σε κάνει να συνειδητοποιείς ότι σκέφτεσαι με χρώματα, ίσως.

Το τραπέζι μας ίσως είναι πράσινο αλλά είναι σίγουρα μεταλλικό.
Είναι γεμάτο ψίχουλα, τρίμματα καπνού και στάχτες, ίσως από κάτω να 'χουν στριμωχτεί άδεια μπουκάλια κι ίσως αραιά και πού να τα κλωτσάει κάποιο άταχτο ποδάρι που δε βολεύεται και ίσως πιάστηκε και θέλησε να ξεμουδιάσει.

Ίσως άμα κοιτάξει κάποιος από την απένταντι πλευρά του δρόμου να μας δει έντονα να χειρονομούμε και ίσως κάτσει και παρατηρήσει πώς τα χέρια μας πετάνε και να τα συνδυάσει με τα χείλη μας κι ίσως και με τα μάτια μας και να σκεφτεί ότι ίσως κατάλαβε για τι έχουμε κουβέντα.

Ίσως να βγει η γριά κυρία από απέναντι για να μας πει ευγενικά να μην φωνάζουμε και τόσο, μα ίσως ν' αλλάξει γνώμη και να μείνει σιωπηλή εκεί στον ίσκιο στο μπαλκόνι με τις γλάστρες της ν' ακούει όλα τα λόγια μας και ίσως να δακρύζει γιατί ίσως κάτι να θυμήθηκε.

Κι ίσως εμείς που από ώρα θα την έχουμε καταλάβει και με νοήματα έχουμε δώσει αναμεταξύ μας το σινιάλο, γυρνάμε ένας ένας, κάπου κάπου, και της σκάμε ένα χαμόγελο, άλλοι λίγο πιο συνωμοτικό και άλλοι λίγο πιο αδιάφορο, μα όλα τους αληθινά.

Ίσως να νύχτωσε σιγά σιγά, ίσως να πέρασε η ώρα μα η συζήτηση σίγουρα δεν τέλειωσε.

Ίσως να ήρθε η ώρα για το διάλειμμα κι αυτό το διάλειμμα όλοι μας ίσως το έχουμε ανάγκη και ηρεμούν οι πρωινοί κι έρχονται οι πιο φρέσκοι να αρχίσουνε ένα ζουζούνισμα, ένα γρατζούνισμα, όχι, αυτό π' ακούγεται ίσως είναι δοξάρι κι ίσως και μια κιθάρα κι ίσως κι άλλα μικροπραμάτα που βγάζουν ήχους κι ίσως αυτοί οι ήχοι είναι το μόνο πράγμα που μπορεί ν' αντικαταστήσει την κουβέντα μας.

Ίσως εμείς, όλοι μαζί, λες κι είμαστε συνεννοημένοι, κάνουμε είκοσι εκατοστά πίσω με τις καρέκλες μας και, να, ίσως μόλις βρεθήκαμε σε έναν κύκλο που ίσως δεν ήταν κύκλος μα εμείς κύκλο τον νιώθαμε κι ίσως να πιάσαμε όλοι μαζί σιγά σιγά να μουρμουράμε χαμηλά την «Πικροδάφνη» και ίσως σε μια προσπάθεια του βιολιού να αποσπάσει λίγον ενθουσιασμό πιο πέρα απ' το μουρμούρισμα, ίσως πετύχει κέντρο στόχο τη μνήμη της γριάς κυρίας απ' απέναντι κι αυτή ίσως να κλείσει τα ματάκια της κι ίσως αρχίσει το τραγούδι όπως ίσως το είχε ακούσει, πει και ξαναπεί παλιά στο χωριό της που ίσως ήτανε στην Πίνδο, ίσως ήτανε στα Γιάννενα, ίσως και στο Κιλκίς κι αυτή η Άνοιξη ίσως να μην είναι τελικά όπως την περιμένουμε, έτσι κι αλλιώς κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει, μα σίγουρα αυτή η νύχτα της θα γίνει έτσι ακριβώς, μόνο ίσως τα χρώματα ν' αλλάξουνε, να μην είναι ας πούμε το τραπέζι πράσινο, να 'ναι οι καρέκλες βολικές και η γριά κυρία να 'ναι κύριος μα όλα τ' άλλα, όλα τ' άλλα θα γίνουν έτσι ακριβώς και το μονάχο που δεν έχω φανταστεί είναι το πώς αυτές τις νύχτες στην αρχή της Άνοιξης τελειώνουν.
Το πώς λοιπόν γυρνάει κάποιος σπίτι.



Δευτέρα 19 Μαρτίου 2012

Γκλόρια




Ο Χριστός πέθανε για κάποιου της αμαρτίες
-μα όχι για τις δικές μου-
Κάθε που σκέφτομαι τ' όνομά σου, Γκλόρια,
το συνειδητοποιώ
πως ίσως πέθανε για τις δικές σου
-ίσως και για του μπαμπά σου-
μα σίγουρα όχι για 'μένα

εγώ προτιμώ να φαντασιώνομαι τις αμαρτίες μου
κι άμα τύχει και καμιά φορά και πραγματοποιούνται
τυχαία ή μοιραία
-σαν εσένα, Γκλόρια-
τότε νιώθω μια γούβα με σκατά,
βαθειά ως τα Τάρταρα

αλλά δεν ξέρεις ποια είναι η διαφορά
που έχουν οι δικές μου τύψεις
με των άλλων
-έτσι, Γκλόρια;-
επάνω, επάνω
-στην επιφάνεια αυτής της βρωμερής λεκάνης-
αν παραβλέψεις λίγο και την ανηφόρα
θα συναντήσεις να φυτρώνουν
τα πιο όμορφα λουλούδια
-ναι, κι από 'σέν πιο 'μορφα ακόμη!-
κι οι άνθρωποι
όταν τα βλέπουν
παρασύρονται απ' την ομορφιά
κι από τη μυρωδιά
και κόβουν
και μαζεύουνε
για να 'χουν και στο σπίτι τους αυτά τα άγρια λουλούδια
και χαίρονται
και παίζουν γύρω γύρω
χωρίς ούτε ένας να σκεφτεί
ότι όλα αυτά
ειλικρινά
και κυριολεκτικά
βγήκανε μέσα απ' τα σκατά 

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Η Γνωριμία

Θόδωρος Αγγελόπουλος 
Αθήνα, 27 Απριλίου 1935 - 24 Ιανουρίου 2012

Εγώ τον Αγγελόπουλο πριν τα 20 τον ήξερα μόνο όπως τον ξέρουν οι περισσότεροι στην ηλικία μου.
Σαν εκείνον τον κυριούλη που κάνει μουντές, βαρετές ταινίες με ομίχλη και κάτι πλάνα που κρατάνε δύο ώρες.
Δεν ήξερα ούτε γιατί το όνομά του ακουγόταν συνέχεια.
Απλώς το άκουγα.
Και το αναπαρήγαγα όπως το άκουγα. Βαρετά.

Μέχρι που έφτασα δεύτερο έτος στο πανεπιστήμιο και συνάντησα τη Στάθη.
Το μάθημα, Θεωρία της Κινούμενης Εικόνας Ι.
Η αίθουσα απαίσια και η ώρα πρωινή.
Δεν πήγαινα στα περισσότερα παρ' όλο που ήταν η μόνη καθηγήτρια που με κάλυπτε σε πληροφορία.
Απ' όλα αυτά λοιπόν τα λίγα μαθήματα που παρακολούθησα και ένιωθα να με αλλάζουν λίγο, να επιδρούνε πάνω μου, φορά με τη φορά, σ' ένα θυμάμαι πώς ένιωθα απ' την αρχή μέχρι το τέλος του, δευτερόλεπτο με δευτερόλεπτο, ανάσα με την ανάσα.
Θόδωρος Αγγελόπουλος, Ο Θίασος.



Εννιά και τέταρτο, χωρίς καφέ, στο τρίτο διάζωμα απ' τα όλα κι όλα δέκα-δεκαπέντε, σβηστά τα φώτα, οι κουρτίνες τραβηγμένες.
Να 'μαστε κι εμείς δέκα με δεκαπέντε άτομα, οι τρεις ή τέσσερις που έχουμε λατρεία για τη Στάθη κι όλοι οι υπόλοιποι φυτά ή χαϊβάνια, τουλάχιστον ήταν πρωί και δε χαλούσανε το μάθημα με σχόλια.

Στο μαύρο της κουστούμι η Ειρήνη Στάθη, η πιο λεπτή από κλωνάρι, με κατάμαυρα μαλλιά να σου εξηγεί στο μισοσκόταδο και με φωνή στακάτη τον βίο του Αγγελόπουλου και την αποκατάσταση της Αναπαράστασης και τη δουλειά που ρίξανε όλοι μαζί κι εσύ νομίζεις ότι εννοεί κι εσένα και συνειρμικά το δέρμα σου αντιδράει στις λέξεις.

Μπομπίνα, οξύ, σκουριά, υγρά.

Τα μάτια σου έχουν γεμίσει με τα χρώματα της αυθεντικής κόπιας που δε θα δεις ποτέ σου κι ακούς το κρίτσι κρίτς της μηχανής.

«Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είναι, χωρίς αμφιβολία, ο Έλληνας σκηνοθέτης με τη μεγαλύτερη διεθνή αποδοχή κι ένας από τους πιο συζητημένους εγχώριους δημιουργούς, τα τελευταία τριάντα χρόνια. Το έργο του αποτελεί αντικείμενο μελετών, μονογραφιών, συγγραμμάτων, διατριβών, αφιερωμάτων. Πολλά βιβλία έχουν γραφεί σ' όλο τον κόσμο, από την Αμερική και την Κίνα ως την Ιαπωνία και, φυσικά, την Ευρώπη. Οι ταινίες του προβάλλονται παντού και προκαλούν την παγκόσμια προσοχή»
«Τι ξέρετε εσείς για τον Εμφύλιο;»
«Πότε άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος;»
«Μα καλά, εσάς ιστορία δε σας μαθαίνουν;»
«Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος, 1946 με 1949 - ανάμεσα σε ποιους;»
«Μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, δηλαδή των κομμουνιστών και του Ελληνικού Στρατού που ελέγχετο από την κυβέρνηση των Αθηνών, ρε παιδιά!»
«Τελείωσε το '49 με ήττα των πρώτων και θεωρείται η πρώτη πράξη ψυχρού πολέμου στη μεταπολεμική ιστορία»
Δέχεσαι τον καταιγισμό ιστορικών πληροφοριών με ευλάβεια κι ανακούφιση που πηγάζει απ' το γεγονός ότι βρέθηκε κάποιος να στα πει και δε θα πεθάνεις αδιάφορος και μαθαίνεις ότι οι περισσότερες εκ των ομολογουμένως λίγων ταινιών είναι, λέει, μονόπλευρες και απεικονίζουν τους αντάρτες ως βιαστές, ληστές, προδότες, κοινώς εξυπηρετούν πολιτικά συμφέροντα.
Να κάτι που ήξερες!
Μαθαίνεις ότι παρ' όλα αυτά υπάρχουν κάποιες ταινίες που προσεγγίζουν την περίοδο διαφορετικά κι ότι η κατ΄εξοχήν τέτοιου είδους ταινία, είναι ο Θίασος του Θόδωρου Αγγελόπουλου - εκεί τα χαϊβάνια που είχαν ζαρώσει στα σκοτάδια, χαχανίζουν και σε βγάζουν λίγο από το κλίμα, μα η Στάθη σε ξαναβάζει με το ζόρι κι ας σκέφτεσαι «πώς τολμάνε;» χωρίς να 'χεις ιδέα απ' το πραγματικό μεγαλείο του δημιουργού, ακόμα.
Κι εκεί είναι που ξεκινάει ένα ντελίριο με λόγια, εικόνες, μουσική, σαν εκείνα που βλέπεις σε ταινίες με σχολεία και πανεπιστήμια και ζηλεύεις που γεννήθηκες στην Ελλάδα και δεν είσαι, έστω και λίγο αμερικανάκι κι ευσυγκίνητο.
Μαθαίνεις ν' ακούς τα λόγια πίσω από τα λόγια, τα λόγια πίσω απ' τις εικόνες, τις εικόνες πίσω από τη μουσική.
Ανακαλύπτεις ότι τα πιο επιτυχημένα μονοπλάνα του ελληνικού κινηματογράφου είναι όλα μέσα σ΄εκείνη την ταινία και καταλαβαίνεις τι πάει να πει σημειολογία τόσο καλά που νομίζεις ότι θα γνωρίζεις τα πάντα για πάντα.
Μπαίνεις σε σκηνές όπως αυτή της ταβέρνας-καφενείου στην αρχή, αναρωτιέσαι από πότε επιτέλους παίζει σε ταινίες ο γνωστός παππούς, ακολουθείς το "μπάσταρδό" της κι εκείνη έξω από την πόρτα με το βλέμμα-κάμερα, ανατριχιάζεις χωρίς να ξέρεις το γιατί με τον ύμνο της μεταξικής δικτατορίας, τον βηματισμό και τα παραγγέλματα, το "θα ξανάρθεις" σου φανερώνει το κρυφό του νόημα και τα μάτια σου δακρύζουνε στη θέα ενός άντρα που έχει ανέβει στην καρέκλα του και τραγουδάει με στόμφο το ίδιο με πριν εμβατήριο, κουνώντας σα μαέστρος το χέρι του στον ρυθμό, ασφαλής, αφελής, επικίνδυνος και βαρβάτος στο μπλε του κοστούμι.
Ή αργότερα σε συνεπαίρνει το φοξ τροτ μέσα στην «επαρχιακή» (πώς να ξέρεις άλλωστε;) μπουάτ και δυσανασχετείς με τους μαλάκες με τα καβουράκια που σπάνε τ' αρχίδια των παιδιών και βλέπεις με απορία τον γλοιώδη μαγαζάτορα να παίρνει τη θέση που του επιβάλει η εξουσία, με το μυαλό σου να λέει «τι να κάνει κι αυτός ο έρμος;» και τ' αυτιά σου να μην το δέχονται και να στέλνουνε τον κόμπο στον λαιμό σου.
«Σαν μου λεν να φύγω από κοντά σου/ πιο καλά ο ήλιος να σβηστεί/ σ' έχω τόσο συνηθίσει, σ΄αγαπώ τόσο πολύ/ ασ' τον κόσμο κι έλα δωσ' μου ένα φιλί»
«Των Άγγλων τα κανόνια κι η νέα διαταγή/ έκαναν τους αντάρτες να τρέχουν σα λαγοί/ την κόκκινη αρκούδα να πάρει τα βουνά/ ω, γενναίε βασιλιά»
«Δεν μας τρομάζουν/ των άγγλων τα κανόνια/ ούτε του Σκόμπι/ η νέα διαταγή/ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή/ Το χουμε γράψει/ στο Σύνταγμα με αίμα/ ελευθερία και όχι κατοχή»

«Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά/ Έτσι θέλουμε/ και θα τον φέρουμε/ τον βασιλιά, τον βασιλιά/ που θα μας φέρει λευτεριά»

«Γιουπι για-για-, γιούπι-γιούπι για/ δεν τον θέλουμε τον βασιλιά/ θέλουμε λαοκρατία/ λαϊκή κυριαρχία/ γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για»

«Γιούπι για-για, γιούπι-γιούπι για/ των Ταγμάτων Ασφαλείας τα παιδιά/ με τους άγγλους χέρι-χέρι/ και με τα παιδιά της «Χ»/ ως τη Μόσχα θε να κάνουν κατοχή»

Κι ανεβαίνει η κοπελίτσα στη σκηνή κι εσένα ο κόμπος στον λαιμό σου παλεύει να μη γίνει δάκρυα και γίνεις ρόμπα στον Χάρη και προπαντός στη Στάθη, το 'χες από πάντα αυτό το κόμπλεξ με το ρεζιλίκι, και το πόδι σου κουνιέται στο ρυθμό κι η κοπελίτσα τραγουδάει:

«Το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι έβγαλε φιρμάνι/ για να ξεθυμάνει/ πάει στο Κολωνάκι/ για να βρει αγοράκι/ το πουλί του Σκόμπι/ είναι κόμποι κόμποι/ κι αν λυθούν οι κόμποι/ τι θα γίνει, Σκόμπι/ με την αγγλική πολιτική»

και χορεύουν τα παιδιά, χειροκροτάνε ζωηρά και συνεχίζει το τραγούδι και λες νικήσαμε και κλαις κρυφά ώσπου βγαίνει το πιστόλι και κινάν να φύγουν τα παιδιά κι ύστερα νιώθεις θυμό μα ύστερα σου φεύγει και λίγο τρομάζεις όταν βλέπεις να χορεύουνε βαλσάκι τα κοράκια και ρουφάς τη μύτη σου κι η Στάθη σταματάει την ταινία και κάνεις ένα διάλειμμα απ' την έκσταση, να πάρεις μια ανάσα, να μάθεις κάτι που εύκολα θα το σκεφτόσουν μόνος σου, ότι ο Αγγελόπουλος χρησιμοποιεί τη μπρεχτική μέθοδο,  τοποθετεί δηλαδή τον θεατή μπροστά ακριβώς από τα γεγονότα, ένα ταμπλώ βιβάν, να πούμε, ένα κουτί μπροστά σου να διαλέξεις με ποιον είσαι, ποιος είσαι, χωρίς γωνίες και κρυφές ματιές, θέαμα κάδρο, καθαρό, δεν είσαι ηδονοβλεψίας, για να τα δεις γίνονται όλα.

Κι ύστερα η σκηνή με τη γυναίκα με το κόκκινο παλτό που σου μιλάει και την ξέρεις από πάντα, είναι η γιαγιά σου στο πιο όμορφο κι ύστερα η σκηνή με τον άντρα που 'ρχεται και κάθεται κοντά σου σ' ένα τρένο γεμάτο ίδιους ανθρώπους κι ανάβει τσιγάρο και σου εξηγεί καλύτερα απ' τα βιβλία κι ύστερα η Απελευθέρωση με τ' άλφα κεφαλαίο κι ύστερα η Γκόλφω που 'ναι αστεία και τραγική συνάμα κι εσύ ανατριχιάζεις με τη λεπτομέρεια κι οξυγονώνεται ο εγκεφαλός σου και τα πόδια σου δε σταματάνε να κουνιούνται σε φοξ τροτ κάτω απ' το έδρανο κι αναρωτιέσαι αν κανείς από 'κει μέσα έχει πάθει το ίδιο, μπα, δε νομίζεις, ίσως ένας, κι όσο τα σκέφτεσαι αυτά η Στάθη κλείνει τον προτζέκτορα κι έχουν τελειώσει οι τρεις ώρες κι εσύ πανικοβάλεσαι, και τώρα τι θα γίνει, θα συνεχίσεις την κουτή ζωή σου;

Αναρωτιέσαι.